Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Η κρυφή γοητεία της μικρο-μπουρζουαζίας




Ο Μπουνιουέλ γύρισε τον «Εξολοθρευτή Άγγελο» το 1962.
Σε αυτή την ταινία βλέπουμε μια παρέα αστών που συγκεντρώνεται στο σπίτι του ζεύγους Nobile για να δειπνήσουν.
Μετά το τέλος του δείπνου όμως, αντί να αναχωρήσουν, όλοι βρίσκουν μια δικαιολογία, εγκαθίστανται και κοιμούνται στο σαλόνι.
Το επόμενο πρωινό, μετά τον καφέ τους, διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν να βγούνε από το δωμάτιο. Είναι εγκλωβισμένοι στο σαλόνι, χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος, κάποιο εμπόδιο. Απλά δεν μπορούν να φύγουν!
Μέρα με τη μέρα -και υπό την πίεση της πείνας και της δίψας- οι μάσκες της ηθικής αρχίζουν να πέφτουν και οι παγιδευμένοι αστοί ξεπέφτουν σε ένα σχεδόν ζωώδες επίπεδο.
Η ταινία εξελίσσεται και κορυφώνεται αριστουργηματικά, αλλά το ζητούμενο –από τη δική μας πλευρά- είναι τι εμποδίζει τους συνδαιτυμόνες να βγουν έξω. Και καταλαβαίνουμε ότι ουσιαστικά πρόκειται για πρόβλημα βούλησης και όχι αδυναμίας εξόδου.
Ο Μπουνιουέλ αρεσκόταν να καυτηριάζει την αστική τάξη, αλλά σε κάποια συνέντευξη είχε παραδεχτεί ότι τίποτα δε θα άλλαζε αν στη θέση των μπουρζουάδων ήταν εργάτες ή μικροαστοί.



Τολμώντας έναν ριψοκίνδυνο παραλληλισμό οι Έλληνες μοιάζουν να είναι παρόμοια εγκλωβισμένοι στο σαλόνι –ή μάλλον στα υπόγεια- της Ευρώπης. Η πείνα και η δίψα τους βασανίζει, οι μάσκες έχουν πια πέσει, η μισαλλοδοξία και η αλληλοεξόντωση γίνεται μέρος της καθημερινότητας τους, αλλά δεν μπορούν να διασχίσουν το κατώφλι... Λάθος. Μπορούν, αλλά –χωρίς να το συνειδητοποιούν- δε θέλουν. Και αυτό το πρόβλημα βούλησης οφείλεται καταφανώς στη μικροαστική νοοτροπία των Ελλήνων.

Δύο από τα πιο τυπικά γνωρίσματα της ψυχοσύνθεσης του μικροαστού είναι ο οικογενειακός εγκλωβισμός και το σύνδρομο του επιλοχία.

Για τον οικογενειακό εγκλωβισμό στην Ελλάδα δε χρειάζεται να πούμε πολλά. Ένα όμως χαρακτηριστικό παράδειγμα της προαγωγής αυτής της ιδιωτικής παθογένειας σε κοινωνικό επίπεδο είναι η οικογενειοκρατία στην πολιτική ζωή.
Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη χώρα που το πρωθυπουργικό αξίωμα να κληροδοτείται. Γιοί, εγγόνια, ανίψια, ξαδέλφια και μπατζανάκηδες έχουν ιδιοποιηθεί την εξουσία τα τελευταία εβδομήντα χρόνια.
Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται μόνο σε κομμουνιστικές δικτατορίες, τύπου Βόρειας Κορέας, όπου ο χαρισματικός γιος εκπαιδεύεται από τα μικράτα του ως άλλος αυτοκράτορας για να αναλάβει την εξουσία μετά το θάνατο του εξίσου χαρισματικού πατέρα. Ή όπως στην Κούβα, όπου μετά από εξήντα χρόνια στο ανώτατο αξίωμα ο άρρωστος Φιντέλ μεταβιβάζει την εξουσία απευθείας στον αδελφό του, μην τυχόν και παρεισφρήσουν τίποτα αντιδραστικές ιδέες σχετικές με ελεύθερες εκλογές.
Στην Ελλάδα κανείς δεν εξαναγκάζει τους πολίτες να ψηφίσουν το γιο του αδελφού του θείου του πρώην πρωθυπουργού, αλλά εκείνοι μοιάζουν άβουλοι να διασχίσουν το κατώφλι της οικογενειοκρατίας.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό του μικροαστού είναι το σύνδρομο του επιλοχία.

Ο επιλοχίας είναι ένας μέσος υπαξιωματικός, που όσοι έχουν περάσει από τον στρατό θα τον θυμούνται πολύ καλά. Είναι ανώτερος από τον λοχία και τους φαντάρους και κατώτερους από όλους τους άλλους. Ο ρόλος του είναι μεσολαβητικός. Προσπαθεί να υποτάξει τους κατωτέρους του και υποτάσσεται με απόλυτη ευπείθεια στους ανώτερους του. Συνήθως είναι αυτός που φωνάζει, βρίζει, περιφρονεί και χλευάζει τον αδύναμο να αντιδράσει φαντάρο, ενώ «στέκεται σούζα», όποτε βλέπει αξιωματικό. Μιμείται το βάδισμα των αξιωματικών, το τρόπο ομιλίας τους, το ντύσιμο τους. Όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει αξιωματικός κι αυτός –ή τουλάχιστον ένας αρχιλοχίας.

Ο μικροαστός στην καθημερινότητα συμπεριφέρεται όπως ένας επιλοχίας. Έχει πάντα το βλέμμα στραμμένο προς τα άνω και ονειρεύεται να γίνει μια μέρα πασάς, όχι για κάποιο «ανώτερο σκοπό», όπως την αυτοβελτίωση ή για να προσφέρει έργο στους συνανθρώπους του, αλλά μόνο για να «λαδώσει το εντεράκι του» και την αυτοπεποίθηση του-όπως ο αρχετυπικός Καραγκιόζης.
Όσο παραμένει επιλοχίας-μικροαστός προσπαθεί να μοιάσει στους ανώτερους του, ενδυματολογικά και επιφανειακά. Ακόμα κι αν δεν έχει να φάει θα ντυθεί όπως ντύνονται αυτοί που θαυμάζει, θα καταχρεωθεί για να αποκτήσει ένα αντικείμενο κύρους –όπως αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού, smart phone, επώνυμα κοσμήματα.
Παρακολουθεί με ευλάβεια τις τηλεοπτικές εκπομπές και αποθεώνει τα ριάλιτι σόου, όπου μπορεί ο κάθε επιλοχίας να γευτεί –έστω για δεκαπέντε λεπτά- την επιτυχία και τη διασημότητα ή να πατήσει σε αυτές για να γίνει μέρος του συστήματος που τον έχει καταδικάσει να είναι πάντα υπαξιωματικός.
Λατρεύει τα πρόσωπα των κουτσομπολίστικων περιοδικών και εφημερίδων, γιατί διαβλέπει στη στεφανωμένη μετριότητα τους μια πιθανότητα να στεφανωθεί κι εκείνος.
Την ίδια στιγμή μισεί, περιφρονεί και διώκει όλους όσοι είναι κατώτεροι από εκείνον. Τον εργάτη που δεν έχει καν δικό του σπίτι ή αυτοκίνητο. Το χωριάτη που μιλάει με εκείνη τη βλάχικη προφορά του. Το μετανάστη, πρωτίστως, που δεν έχει τίποτα.

Ο μικροαστός ρέπει προς τη μεταφυσική, το ρατσισμό και το φασισμό. Υπηρετεί τον ηγέτη του –όποιας πολιτικής απόχρωσης- και ταυτίζεται με τις ιδέες που του υπαγορεύει. Ενώ μπορεί να σκεφτεί μόνος του –κάθε άνθρωπος το μπορεί- προτιμάει να αναμασάει τις λέξεις και την ιδεολογία που ξερνάνε τα πρότυπα του. Δεν έχει επίγνωση της κοινωνικής του ταυτότητας (ή αλλιώς ταξική συνείδηση), αφού διαρκώς αναλώνεται σε επιθέσεις ενάντια στους κατώτερους και τους όμοιους του ή σε ονειροπολήσεις αιφνίδιας οικονομικής και κοινωνικής προαγωγής.

Και αν θελήσουμε να εξερευνήσουμε το θέμα λιγάκι πιο ψυχαναλυτικά –όσο ξεπερασμένη και να θεωρείται από τις ορθόδοξες σχολές ψυχολογίας η ψυχανάλυση- ο μικροαστός υποφέρει από τη διαστρεβλωμένη θεώρηση της σεξουαλικότητας, από την ξεκάθαρα πατριαρχική τοποθέτηση περί αφροδισιασμού.
Ένα καλό παράδειγμα σχετικά με την σεξουαλική ηθική του μικροαστού Έλληνα είναι η περίπτωση –πριν αρκετά χρόνια- όπου προτάθηκε η εισαγωγή του μαθήματος της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στο γυμνάσιο.
Οι αντιδράσεις των εφημερίδων και των βουλευτών των –άλλοτε- μεγάλων κομμάτων ήταν κυριολεκτικά κατακλυσμιαίες.
Κάποιος βουλευτής είχε διαρρήξει τα ιμάτια του λέγοντας: «Δε θα κάνουμε τις κόρες μας πουτάνες». Ήξερε τι έλεγε.

Η πατριαρχική ηθική επιβραβεύει την ελευθεριότητα των αρσενικών και καυτηριάζει την απελευθέρωση των θηλυκών.
Οι γιοί της οικογένειας κερδίζουν το χαμόγελο όταν «πηδάνε» όσες περισσότερες γκόμενες μπορούν και το συγκαταβατικό χτύπημα στον ώμο όταν επιδίδονται στον αγοραίο έρωτα.
Οι θυγατέρες της οικογένειας δεν επιτρέπεται να είναι τόσο ελευθέριες όσο οι γιοί ή –αν είναι ούτως ή άλλως- γίνονται αποδεκτές από τους γονείς τους με διστακτικότητα και εσωστρεφισμό (αν δεν κακοποιηθούν για να μάθουν να είναι πιο συνετές).

Και επειδή πολλοί θα φέρουν αντιρρήσεις σε αυτά που ισχυρίζομαι μπορώ να τους δώσω ένα φανταστικό παράδειγμα:
Έστω, ότι είσαι γονιός, ενός δεκαοκτάχρονου αγοριού, που έρχεται και σου λέει:
«Χτες βράδυ πήδησα πέντε γκόμενες.»
Και ενός δεκαοκτάχρονου κοριτσιού που σου λέει:
«Χτες βράδυ πηδήχτηκα με πέντε γκόμενους».
(Σημείωση: Τα ίδια τα ρήματα «πήδηξα» και «πηδήχτηκα», η ενεργητική και η παθητική ενέργεια, δίνουν εξαρχής άλλο νόημα στην ίδια πράξη.)
Όποιος ισχυριστεί ότι θα αντιμετώπιζε τα δυο παιδιά με τον ίδιο τρόπο, είναι είτε πολύ προοδευτικός είτε πολύ ψεύτης.
Με αυτή την πατριαρχική ηθική της σεξουαλικότητας μεγαλώνουν άνθρωποι που αποδέχονται τη πολυγαμικότητα των αντρών ως κάτι το δεδομένο και τιμητικό, ενώ η γυναίκα που κάνει σεξ με διάφορους άντρες είναι πάντα η «πουτάνα» και η «ξεκωλιάρα», αν δε χαρακτηριστεί και νυμφομανής!
Οι άντρες μπορούν να επισκέπτονται τα πορνεία και να επιδίδονται αγοραία στη σεξουαλική πράξη –πληρώνοντας για να το κάνουν χωρίς προφυλακτικό- και να θεωρούνται φυσιολογικοί εκπρόσωποι του αρσενικού φύλου.
Την ίδια στιγμή οι ομοφυλόφιλοι είναι κατακριτέοι, εκτός κι αν είναι διάσημοι, οπότε μπορούμε να κάνουμε τα στραβά μάτια («ο Φρέντι Μέρκιουρι ήταν σπουδαίος κι ας ήταν πούστης»).

Η σεξουαλική ηθική του μικροαστού δεν είναι άσχετη με τη γενική συμπεριφορά του. Όσο καθαγιάζεται η ανωτερότητα του αντρικού φύλου τόσο θα νομιμοποιείται και η ανωτερότητα της «καθαρής» φυλής, ενάντια στους μολυσματικούς υπάνθρωπους, του δοξασμένου έθνους σε αντιπαράθεση με την καταπιεσμένη προσωπικότητα.
Και ο επιλοχίας-μικροαστός θα συνεχίζει να δοξάζει τον ηγέτη του, όσο κι αν αυτός τον καταδικάζει στην ένδεια.
Θα μένει εγκλωβισμένος στο σαλόνι, άβουλος και μοιραίος, μεταθέτοντας όλες τις ευθύνες στον πατριάρχη, στον ηγέτη που πάντα ξέρει τι κάνει.

ΥΓ: Όποιος κατάφερε να διαβάσει ως το τέλος αυτό το κείμενο αξίζει συγχαρητήρια, αφού είναι ένα κείμενο αμφίβολης εγκυρότητας και υπερβολικής έκτασης –ειδικά για τα διαδικτυακά δεδομένα.

Πηγή (για τον Εξολοθρευτή Άγγελο):
http://users.uoi.gr/kopi/?p=552
Όλο το άρθρο 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου