Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Aναρχισμός και αλκοόλ

25/09/2012 | »
Print Friendly

Διεισδύοντας στην ομίχλη πίσω από τα μάτια του, είδε ένα αλκοολόγραμμα: έναν κόσμο αγωνιώδη, όπου η μέθη είναι η μόνη διαφυγή. Μισώντας τον εαυτό του ακόμη περισσότερο από ό, τι μισούσε τις εταιρείες δολοφόνους που το δημιούργησαν, σηκώθηκε τρεκλίζοντας και κατευθύνθηκε προς την κάβα. Βολεμένοι στα ρετιρέ τους, μετρούν τα δολάρια που εισρέουν από τα εκατομμύρια σαν κι αυτόν, και γελάνε πονηρά με την ευκολία με την οποία συντρίφτηκε η αντίσταση. Αλλά κι αυτοί συχνά πρέπει να πιούν για να κοιμηθούν – αν ποτέ οι ηττημένες μάζες σταματήσουν να επιστρέφουν για περισσότερο, σκέφτονται οι μεγαλοεπιχειρηματίες, θα το πληρώσουν ακριβά.
Λιώμα, πίτα, ντίρλα, τύφλα, σκνίπα, στουπί, σούρα, φέσι, λιάρδα. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι στην αρκτική έχουν εκατό λέξεις για το χιόνι. Εμείς έχουμε εκατό λέξεις για το μεθύσι. Διαιωνίζουμε τη δική μας κουλτούρα της ήττας.
Μια στιγμή – βλέπω πως στράβωσες τα μούτρα: είναι αυτοί οι αναρχικοί τόσο στρυφνοί ώστε να αρνούνται το μόνο διασκεδαστικό κομμάτι του αναρχισμού – τη μπύρα μετά την πορεία, το ποτό στην παμπ όπου συζητιούνται οι πιο απίθανες θεωρίες; Τι κάνουν για διασκέδαση τέλος πάντων – συκοφαντούν τη λίγη διασκέδαση που έχουμε; Δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε και να περάσουμε καλά κάποια στιγμή στη ζωή μας;
Μην μας παρεξηγήσετε: δεν είμαστε κατά της απόλαυσης, αλλά υπέρ της. Ο Ambrose Bierce ορίζει τον ασκητή ως “ένα αδύναμο άτομο που υποκύπτει στον πειρασμό να αρνηθεί στον εαυτό του την ευχαρίστηση”, και εμείς συμφωνούμε. Όπως έγραψε ο Chuck Baudelaire, θα πρέπει πάντα να είσαι φτιαγμένος –  όλα εξαρτώνται από αυτό. Έτσι, δεν είμαστε αντίθετοι στη μέθη, αλλά στο ποτό! Γιατί εκείνοι που χρησιμοποιούν το ποτό ως δρόμο προς τη μέθη στερούν από τον εαυτό τους τη γοητεία της ζωής.
Το ποτό, όπως η καφεΐνη ή η ζάχαρη στο σώμα, παίζει απλώς ένα ρόλο που η ίδια η ζωή μπορεί να προσφέρει ούτως ή άλλως. Η γυναίκα που δεν πίνει ποτέ καφέ δεν τον χρειάζεται το πρωί όταν ξυπνά: το σώμα της παράγει ενέργεια και συγκέντρωση από μόνο του, όπως είναι προετοιμασμένο να κάνει από χιλιάδες γενιές εξέλιξης. Αν πίνει καφέ τακτικά, σύντομα το σώμα της επιτρέπει στον καφέ να αναλάβει αυτόν τον ρόλο, και αυτή γίνεται εξαρτημένη από τον καφέ. Έτσι το αλκοόλ παρέχει τεχνητά προσωρινές στιγμές χαλάρωσης και απελευθέρωσης ενώ αφαιρεί από τη ζωή ό,τι είναι πραγματικά ξεκούραστο και απελευθερωτικό.
Αν κάποιοι νηφάλιοι άνθρωποι σ’ αυτή την κοινωνία δεν μοιάζουν τόσο παράτολμοι και ελεύθεροι όσο οι πότες, αυτό είναι ένα απλό ατύχημα της κουλτούρας, μια συμπτωματική ένδειξη. Οι πουριτανοί υπάρχουν στον κόσμο στεγνοί από μαγεία και ιδιοφυΐα λόγω του αλκοολισμού των συνανθρώπων τους (και του καπιταλισμού, της ιεραρχίας, τη δυστυχίας που αυτός βοηθά να διατηρείται) – η μόνη διαφορά είναι ότι είναι τόσο αυτο-απαρνούμενοι ώστε να αρνούνται ακόμη και την ψεύτικη μαγεία, το τζίνι στο μπουκάλι. Αλλά οι «νηφάλιοι», που ο προσανατολισμός τους στη ζωή μπορεί να περιγραφεί ως μαγεμένος ή εκστατικός, είναι άφθονοι, αν κοιτάξετε προσεκτικά. Για τα άτομα αυτά – για εμάς – η ζωή είναι μια συνεχής γιορτή που δεν χρειάζεται μεγέθυνση και από την οποία δε χρειαζόμαστε ανάπαυλα.
Το αλκοόλ όπως το Prozac και όλα τα άλλα φάρμακα που ελέγχουν το μυαλό και που δίνουν μεγάλα κέρδη για τον Μεγάλο Αδερφό στις μέρες μας, υποκαθιστά τη θεραπεία με την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Διώχνει τον πόνο μιας βαρετής, μονότονης ύπαρξης για λίγες ώρες στην καλύτερη περίπτωση, και μετά επιστρέφει διπλά. Όχι μόνο αντικαθιστά τις θετικές δράσεις που θα αντιμετώπιζαν τις βασικές αιτίες της απελπισίας μας – τις εμποδίζει, γιατί περισσότερη ενέργεια επικεντρώνεται στην ανάρρωση από την κατάσταση μέθης. Όπως και οι διακοπές του εργαζομένου, το ποτό είναι μια βαλβίδα που απελευθερώνει την ένταση, διατηρώντας παράλληλα το σύστημα που τη δημιουργεί.
Σε αυτή την αυτοματοποιημένη κουλτούρα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τους εαυτούς μας ως απλά μηχανήματα: προσθέστε το κατάλληλο χημικό για να πάρετε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην αναζήτησή μας για υγεία, ευτυχία, νόημα στη ζωή, τρέχουμε από τη μία πανάκεια στην επόμενη – Viagra, βιταμίνη C, βότκα – αντί να πλησιάσουμε τις ζωές μας ολιστικά και να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα στις κοινωνικές και οικονομικές ρίζες τους. Αυτή η νοοτροπία που βασίζεται στο προϊόν είναι το θεμέλιο της αλλοτριωμένης καταναλωτικής κοινωνίας μας: χωρίς να καταναλώνουμε προϊόντα, δεν μπορούμε να ζήσουμε! Προσπαθούμε να αγοράσουν χαλάρωση, κοινωνικότητα, αυτοπεποίθηση – τώρα, ακόμη και η έκσταση υπάρχει σε χάπι!
Θέλουμε την έκσταση ως τρόπο ζωής, όχι ως μια μέρα ανάπαυλας που δηλητηριάζει το συκώτι. “Η ζωή είναι χάλια – μεθύστε” είναι η ουσία του επιχειρήματος που ακούμε από το στόμα των αφεντικών μας, και στη συνέχεια βγαίνει και από το δικό μας στόμα, διαιωνίζοντας όποιες τυχαίες και άσκοπες αλήθειες στις οποίες μπορεί να αναφέρεται – αλλά εμείς δεν το πιστεύουμε πια! Ενάντια στο μεθοκόπημα – για τη μέθη! Κάψτε τις κάβες, και αντικαταστήστε τες με παιδικές χαρές!
Για μια διαυγή Βακχική, εκστατική κοινωνία!

Πλαστή εξέγερση

Σχεδόν κάθε παιδί στη σύγχρονη δυτική κοινωνία μεγαλώνει με το αλκοόλ ως τον απαγορευμένο καρπό τον οποίο οι γονείς και άλλοι ενήλικες απολαμβάνουν. Η απαγόρευση αυτή κάνει το ποτό  πολύ πιο συναρπαστικό για τους νέους, και όταν βρίσκουν την ευκαιρία, αμέσως διεκδικούν την ανεξαρτησία τους, κάνοντας ακριβώς αυτό που τους έχουν πει να μην κάνουν: επαναστατούν ακολουθώντας το παράδειγμα που τους έχει δοθεί. Αυτό το υποκριτικό πρότυπο είναι καθιερωμένο για την ανατροφή των παιδιών σε αυτήν την κοινωνία, και λειτουργεί ώστε να αναπαράγονται μια σειρά από καταστροφικές συμπεριφορές που σε διαφορετική περίπτωση θα απέρριπταν επιθετικά οι νέες γενιές. Το γεγονός ότι η ψεύτικη ηθική πολλών γονιών που καταναλώνουν οινόπνευμα αντικατοπτρίζεται στην υποκριτική πρακτική θρησκευτικών ομάδων, βοηθά να δημιουργήσει μια ψευδή διχοτομία μεταξύ της πουριτανικής αυταπάρνησης, και τους πότες που αγαπούν τη ζωή και την ελευθερία – με “φίλους” σαν τους Βαπτιστές ιερείς, εμείς που απέχουμε από το ποτό αναρωτιόμαστε, ποιος χρειάζεται εχθρούς;
 Οι οπαδοί της Επαναστατικής Μέθης και οι υποστηρικτές της Υπεύθυνης Αποχής είναι πιστοί αντίπαλοι. Οι πρώτοι χρειάζονται τους δεύτερους ώστε οι κατηφείς τελετές τους να μοιάζουν με διασκέδαση. Οι δεύτεροι χρειάζονται τους πρώτους για να κάνουν την άκαμπτη αυστηρότητά τους να φαίνεται σαν κοινή λογική. Μια «εκστατική νηφαλιότητα», που καταπολεμά την θλιβερότητα του ενός και του θολότητα του άλλου – ψεύτικη ευχαρίστηση και ψεύτικη διακριτικότητα εξίσου – είναι ανάλογη με τον αναρχισμό που αντιμετωπίζει τόσο την ψευδή ελευθερία που προσφέρει ο καπιταλισμός, όσο και την ψευδή κοινωνικότητα που προσφέρεται από τον κομμουνισμό.

 Αλκοόλ και σεξ στην κουλτούρα του βιασμού

Ας το πούμε ξεκάθαρα: σχεδόν όλοι μας ερχόμαστε από κάπου όπου η σεξουαλικότητά μας είναι ή ήταν κατεχόμενο έδαφος. Μας έχουν βιάσει, κακομεταχειριστεί, επιτεθεί, ντροπιάσει, φιμώσει, συγχύσει, σχηματίσει, προγραμματίσει. Είμαστε κακοί, και τα παίρνουμε όλα πίσω, διεκδικούμε ξανά τους εαυτούς μας. Αλλά για τους περισσότερους από εμάς, αυτή είναι μια αργή, περίπλοκη διαδικασία που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε καλό, ασφαλές, υποστηρικτικό σεξ τώρα, στη μέση της επούλωσης – αλλά αυτό κάνει το σεξ λίγο πιο περίπλοκο. Για να είμαστε σίγουροι ότι δεν διαιωνίζουμε ή δε βοηθάμε να διαιωνιστούν αρνητικές συνήθειες στη ζωή ενός εραστή, πρέπει να είμαστε σε θέση να επικοινωνούμε με σαφήνεια και ειλικρίνεια προτού τα πράγματα φτάσουν στο επίμαχο σημείο – και κατά τη διάρκεια, και μετά. Λίγα πράγματα παρεμβαίνουν σε αυτή την επικοινωνία όπως το αλκοόλ. Σ’ αυτή την κουλτούρα της άρνησης, μας ενθαρρύνουν να το χρησιμοποιήσουμε το αλκοόλ ως κοινωνικό λιπαντικό για να μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε τις αναστολές μας. Πολύ συχνά αυτό σημαίνει απλά να αγνοήσουμε τους φόβους και τις πληγές μας, και να μην ρωτάμε για τους φόβους και τις πληγές των άλλων. Αν είναι επικίνδυνο, όπως και όμορφο να μοιραστούμε τον έρωτα νηφάλιοι, πόσο πιο επικίνδυνο πρέπει να είναι αν το κάνουμε μεθυσμένοι, απερίσκεπτοι, και ασυνάρτητοι;
Μιλώντας για το σεξ, αξίζει να σημειωθεί ο υποστηρικτικός ρόλος τους αλκοόλ στην πατριαρχική δυναμική των δύο φύλων. Για παράδειγμα – σε πόσες πυρηνικές οικογένειες ο αλκοολισμός έχει βοηθήσει να διατηρηθεί μια άνιση κατανομή της δύναμης και της πίεσης (όλοι οι συγγραφείς αυτού του δοκιμίου θυμούνται περισσότερες από μία περιπτώσεις μεταξύ των συγγενών τους και μόνο). Η αυτοκαταστριφικότητα του μεθυσμένου άντρα, που προκαλείται, όπως φαίνεται, από τη φρίκη της επιβίωσης μέσα στον καπιταλισμό, επιβάλλει ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση στη γυναίκα, η οποία πρέπει να εξακολουθεί να κρατά ενωμένη την οικογένεια – συχνά αντιμετωπίζοντας τη βία του άντρα. Και για το θέμα της δυναμικής …

 Η τυραννία της απάθειας

“Κάθε πρότζεκτ  αναρχικών που συμμετέχω καταστρέφεται ή σχεδόν καταστρέφεται από το αλκοόλ. Φτιάχνεις μια κολεκτίβα και όλοι είναι τόσο μεθυσμένοι ή μαστουρωμένοι για να κάνουν τις βασικές δουλειές, πόσο μάλλον να διατηρήσουν μια στάση σεβασμού. Θέλεις να δημιουργήσεις μια κοινότητα, αλλά μετά ο καθένας πηγαίνει πίσω στο δωμάτιό του και λιώνει στο ποτό. Αν δεν κάνουν κατάχρηση μιας ουσία θα κάνουν μιας άλλης. Καταλαβαίνω ότι το να προσπαθείς να εξαλείψεις τη συνείδησή σου είναι μια φυσική αντίδραση στο ότι γεννηθήκαμε σε μια αποξενωτική καπιταλιστική κόλαση, αλλά θέλω οι άνθρωποι να δουν τι κάνουν οι αναρχικοί και να πουν “Ναι, αυτό είναι καλύτερο από τον καπιταλισμό!” … αλλά είναι δύσκολο να το πουν αν δεν μπορείς να περπατήσεις χωρίς να πατάς σε σπασμένα μπουκάλια. Δεν θεωρούσα ποτέ τον εαυτό μου στεγνό, αλλά γαμώτο, δεν το ανέχομαι άλλο αυτό! “
Λέγεται ότι όταν ο γνωστός αναρχικός Όσκαρ Ουάιλντ άκουσε για πρώτη φορά το παλιό σύνθημα «αν είναι ταπεινωτικό να σε εξουσιάζουν, πόσο πιο ταπεινωτικό είναι να εκλέγεις τους εξουσιαστές σου», απάντησε: «Αν είναι ταπεινωτικό να επιλέγεις αφεντικό, πόσο πιο ταπεινωτικό είναι να είσαι εσύ αφεντικό του εαυτού σου». Με αυτό σκόπευε να κάνει κριτική στην ιεραρχία εντός του εαυτού, καθώς και του δημοκρατικού κράτους – αλλά, δυστυχώς, το αστείο του θα μπορούσε να εφαρμοστεί κατά γράμμα στον τρόπο με τον οποίο κάποιες από τις προσπάθειές μας να δημιουργήσουμε αναρχικά περιβάλλοντα αποτυχαίνουν στην πράξη. Αυτό είναι ιδιαίτερα αληθινό όταν πραγματοποιούνται από μεθυσμένους ανθρώπους.
Σε ορισμένους κύκλους, ιδιαίτερα σ’ αυτούς όπου η λέξη “αναρχία” είναι στη μόδα πιο πολύ από τις διάφορες σημασίες της, η ελευθερία γίνεται αντιληπτή με αρνητικούς όρους: “μη μου λέτε τι να κάνω!” Στην πράξη, αυτό συχνά δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από τη διεκδίκηση του δικαιώματος του ατόμου να είναι οκνηρός, εγωιστής, να μη λογοδοτεί για τις πράξεις του ή την έλλειψη πράξεων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν μια ομάδα συμφωνεί πάνω σε ένα έργο συχνά καταλήγει να είναι μια μικρή, υπεύθυνη μειοψηφία που πρέπει να κάνει όλη τη δουλειά. Αυτοί οι λίγοι συνειδητοποιημένοι συχνά μοιάζουν με αυταρχικούς – ενώ είναι η απάθεια και η εχθρότητα των συντρόφων τους που τους αναγκάζει να υιοθετήσουν αυτό το ρόλο. Το να είσαι μεθυσμένος και άτακτος όλη την ώρα είναι εξαναγκαστικό – αναγκάζει τους άλλους να καθαρίσουν για σένα, να σκεφτούν όταν εσύ δε σκέφτεσαι, να απορροφήσουν την πίεση που δημιουργείται από τη συμπεριφορά σου όταν είσαι πολύ μεθυσμένος για να κάνεις διάλογο. Αυτές οι δυναμικές λειτουργούν και προς τις δύο κατευθύνσεις – αυτοί που παίρνουν πάνω τους όλη την ευθύνη διαιωνίζουν ένα μοτίβο στο οποίο όλοι οι άλλοι δεν παίρνουν καμία ευθύνη – αλλά ο καθένας είναι υπεύθυνος για το δικό του μέρος σε αυτές τις περιπτώσεις, καθώς και για την υπέρβαση τους.
Σκέψου τη δύναμη που θα μπορούσαμε να έχουμε αν όλη η ενέργεια και η προσπάθεια του κόσμου – ή ίσως ακόμη και μόνο η δική σου ενέργεια και προσπάθεια – που πηγαίνει στο ποτό, πήγαινε στην αντίσταση, το χτίσιμο, τη δημιουργία. Πρόσθεσε όλα τα χρήματα που οι αναρχικοί στην κοινότητά σου έχουν ξοδέψει για ποτά, και φαντάσου πόσα μουσικά όργανα, ή χρήματα για εγγυήσεις, ή τρόφιμα θα μπορούσαν να είχαν αγοραστεί – αντί να χρηματοδοτήσουν τον πόλεμό τους εναντίον μας. Ή καλύτερα: φαντάσου πως ζεις σε έναν κόσμο όπου κοκαϊνομανείς πρόεδροι πεθαίνουν από υπερβολική δόση, ενώ ριζοσπαστικοί μουσικοί και αντάρτες ζουν μέχρι τα βαθειά γεράματα!

Νηφαλιότητα και αλληλεγγύη

Όπως κάθε επιλογή τρόπου ζωής, είτε πρόκειται για αλητεία ή για συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, η αποχή από το αλκοόλ μπορεί μερικές φορές να παρεξηγηθεί ως σκοπός και όχι ως μέσο.
Πάνω απ ‘όλα, είναι σημαντικό οι επιλογές μας να μην είναι πρόσχημα για να θεωρούμε τους εαυτούς μας ανώτερους από αυτούς που παίρνουν διαφορετικές αποφάσεις. Η μόνη στρατηγική για την ανταλλαγή καλών ιδεών που επιτυγχάνει ανελλιπώς (και αυτό ισχύει και για ένθερμα, αποξενωτικά κείμενα σαν κι αυτό!) είναι η δύναμη του παραδείγματος – αν βάλετε την “εκστατική νηφαλιότητα” σε δράση στη ζωή σας και λειτουργήσει, όσοι ειλικρινά θέλουν παρόμοια πράγματα θα συμμετέχουν.  Το να κρίνουμε τους άλλους για αποφάσεις που επηρεάζουν μόνο τον εαυτό τους είναι απολύτως επιβλαβές για κάθε αναρχικό – για να μην πούμε ότι τους αποτρέπει από το να πειραματιστούν με τις επιλογές που προσφέρουμε.
Το ζήτημα της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας με τους αναρχικούς και άλλους που κάνουν χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών είναι ύψιστης σημασίας. Ειδικά στην περίπτωση εκείνων που αγωνίζονται να απελευθερωθούν από ανεπιθύμητους εθισμούς, η αλληλεγγύη είναι πολύ σημαντική: οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί είναι ένα παράδειγμα μιας σχεδόν θρησκευτικής οργάνωσης που συμπληρώνει μια κοινωνική ανάγκη που θα έπρεπε ήδη να παρέχεται από την αυτοοργάνωση της αναρχικής κοινότητας. Όπως σε κάθε περίπτωση, οι αναρχικοί πρέπει να αναρωτηθούμε: παίρνουμε τις θέσεις μας απλά για να αισθανόμαστε ανώτεροι από τις άξεστες μάζες – ή γιατί θέλουμε ειλικρινά να διαδώσουμε προσβάσιμες εναλλακτικές λύσεις; Άλλωστε, οι περισσότεροι από εμάς που δεν είμαστε εθισμένοι σε ουσίες μπορούμε να ευχαριστήσουμε τα προνόμιά μας και την καλή μας τύχη για αυτό. Αυτό μας δίνει μεγαλύτερη ευθύνη να είμαστε καλοί σύμμαχοι για όσους δεν είχαν τέτοια προνόμια ή τύχη. Η ανεκτικότητα, η ταπεινότητα, η προσβασιμότητα, και η ευαισθησία ας γίνουν οι ιδιότητες που καλλιεργούμε μέσα μας, όχι η υποκρισία και η υπερηφάνεια. Όχι στην σεχταριστική νηφαλιότητα!

Επανάσταση

Λοιπόν τι θα κάνουμε αν δεν πάμε σε μπαρ, σε πάρτι, αν δεν καθίσουμε στα σκαλιά ή μπροστά στην τηλεόραση με τα μπουκάλια μας; Ο,τιδήποτε άλλο!
Ο κοινωνικός αντίκτυπος της εμμονής της κοινωνίας μας με το αλκοόλ είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικός με τις πνευματικές, ιατρικές, οικονομικές, και συναισθηματικές επιπτώσεις της. Το ποτό τυποποιεί την κοινωνική ζωή μας, καταλαμβάνοντας μερικές από τις οκτώ ελεύθερες ώρες μας που δεν είναι ήδη κατειλημμένες από τη δουλειά. Μας τοποθετεί χωρικά (σαλόνια, σαλόνια κοκτέιλ, σιδηροδρομικές γραμμές) και συμπεριφορικά (σε τελετουργικές, προβλέψιμες συμπεριφορές)
με τρόπους που πιο σαφή συστήματα ελέγχου δε θα μπορούσαν να το κάνουν. Συχνά, όταν ένας από εμάς έχει καταφέρει να ξεφύγει από τον ρόλο του εργάτη / καταναλωτή, το ποτό είναι εκεί, επίμονος συνεχιστής της κατάληψης του ελεύθερου χρόνου μας, για να γεμίσει το κενό. Ελεύθεροι από αυτές τις συνήθειες, θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε άλλους τρόπους για να ξοδεύουμε το χρόνο και την ενέργειά μας και να αναζητούμε την ευχαρίστηση, τρόπους που θα μπορούσαν να αποδειχθούν επικίνδυνοι για το σύστημα της αλλοτρίωσης.
Το ποτό μπορεί παρεμπιπτόντως να είναι μέρος θετικών και τολμηρών κοινωνικών αλληλεπιδράσεων – το πρόβλημα είναι ότι ο κεντρικός του ρόλος στη σημερινή κοινωνικοποίηση το παρουσιάζει ως προϋπόθεση για τέτοιες επαφές. Αυτό συσκοτίζει το γεγονός ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε τέτοιες αλληλεπιδράσεις χρησιμοποιώντας απλώς τη δημιουργικότητα, την ειλικρίνεια, και την τόλμη μας. Πράγματι, χωρίς αυτά, τίποτα αξιόλογο δεν είναι δυνατόν – έχετε πάει ποτέ σε ένα βαρετό πάρτι; – και με αυτά, το οινόπνευμα δεν είναι αναγκαίο.
Όταν ένα ή δύο άτομα σταματήσουν να πίνουν, αυτό φαίνεται απλά ανόητο, σαν να αποκλείουν τον εαυτό τους από την συντροφιά (ή τουλάχιστον τις συνήθειες) των συνανθρώπων τους για το τίποτα. Αλλά μια κοινότητα τέτοιων ατόμων μπορεί να αναπτύξει μια ριζοσπαστική κουλτούρα νηφάλιας περιπέτειας και ενασχόλησης, που θα μπορούσε να προσφέρει συναρπαστικές ευκαιρίες για δραστηριότητες χωρίς ποτό, και με ευθυμία για όλους. Οι απομονωμένοι και μοναχικοί του χθες θα μπορούσαν να είναι οι πρωτοπόροι του νέου κόσμου του αύριο: ο «διαυγής βακχισμός» είναι ένας νέος ορίζοντα, μια νέα δυνατότητα για υπέρβαση και μετασχηματισμό που θα μπορούσε να προσφέρει γόνιμο έδαφος για εξεγέρσεις ακόμα αδιανόητες. Όπως κάθε επαναστατική επιλογή τρόπου ζωής, αυτή προσφέρει μια άμεση γεύση από έναν άλλο κόσμο, ενώ συμβάλλει στη δημιουργία ενός πλαισίου για τις δράσεις που επιταχύνουν την καθολική υλοποίησή της.
Κανένας πόλεμος εκτός από τον ταξικό πόλεμο – κανένα κοκτέιλ εκτός από τη μολότοφ!
Ας μην αποστάξουμε τίποτα εκτός από μεθυστικές ταραχές!

 Υστερόγραφο: πώς μπορεί να διαβαστεί αυτό το δοκίμιο

Με λίγη τύχη, μπορούμε να διακρίνουμε –  ίσως και εν μέσω της αχλύς του μεθυσιού – ότι αυτό το κείμενο είναι τόσο μια καρικατούρα πολεμικής μέσα στην αναρχική παράδοση όσο κι ένα σοβαρό δοκίμιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές οι αντιπαραθέσεις έχουν στρέψει συχνά την προσοχή στις απόψεις αυτές λαμβάνοντας σκόπιμα μια ακραία θέση, ανοίγοντας έτσι το έδαφος για περισσότερο “μετριοπαθείς” θέσεις. Ας ελπίσουμε ότι θα αποκομίσετε χρήσιμα συμπεράσματα από τη δική σας ερμηνεία αυτού του κειμένου, κι όχι πως θα το εκλάβετε ως ευαγγέλιο ή ανάθεμα.
Με αυτό δεν εννοούμε ότι δεν υπάρχουν ανόητοι που αρνούνται τη μέθη – αλλά μπορείτε να φανταστείτε πόσο πιο ανυπόφοροι θα ήταν αν δεν την αρνούνταν; Οι βαρετοί θα εξακολουθούσαν να είναι βαρετοί, με τη διαφορά πως θα ήταν ακόμα πιο βαρετοί. Οι υποκριτές θα συνέχιζαν να επικρίνουν και να ρητορεύουν, ενώ θα λοιδορούσαν τα θύματά τους! Πρόκειται για κοινό χαρακτηριστικό όσων πίνουν ότι ενθαρρύνουν όλους γύρω τους να πίνουν, ότι – εκτός από τα υποκριτικά παιχνίδια μεταξύ εραστών ή γονιών και παιδιών  - προτιμούν οι δικές τους επιλογές να αντικατοπτρίζονται στις επιλογές όλων. Αυτό φαίνεται ως ένδειξη μνημειώδους ανασφάλειας, που δεν είναι άσχετη με την ανασφάλεια που υπάρχει σε ιδεολόγους και προπαγανδιστές κάθε είδους, από χριστιανούς, μαρξιστές, μέχρι και αναρχικούς που δεν μπορούν να ησυχάσουν μέχρι όλοι να δουν τον κόσμο ακριβώς όπως αυτοί. Καθώς διαβάζετε, προσπαθήστε να παλέψετε αυτή την ανασφάλεια , και να μην διαβάζετε αυτό το κείμενο ως δική μας έκφραση, αλλά, σύμφωνα με την παράδοση των καλύτερων αναρχικών έργων, ως υπενθύμιση για όλους όσοι επιλέγουν να πιστέψουν ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός.

Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-bii

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Η παραβατικότητα ως κοινωνικό φαινόμενο.

Της Χάρις Κατάκη 

Με αφορμή την οικονομική κρίση, οι συζητήσεις πάνω στο θέμα της παραβατικότητας πληθαίνουν. Στον τόπο μας, σε αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες  που βιώνουμε, το θέμα απασχολεί την κοινή γνώμη, ίσως όσο κανένα άλλο, γιατί προβάλλεται ως κεντρικός παράγοντας της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στην οποία έχει βυθιστεί ολόκληρη η ελληνική κοινωνία. Της Χάρις Κατάκη *
Στο άρθρο αυτό επεδίωξα να μιλήσω για το φαινόμενο της παραβατικότητας, διευρύνοντας το πεδίο παρατήρησης ώστε να εντοπιστούν χρήσιμες συνδέσεις ανάμεσα σε αλληλοεξαρτώμενες παραμέτρους και επίπεδα που οδηγούν στα ορατά φαινόμενα.
Στόχος μου ήταν να προσεγγίσω το θέμα καλειδοσκοπικά.  Να εντοπίσω δηλαδή, όχι μόνο συνδέσεις αλλά και ισομορφισμούς ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα στα οποία εκδηλώνεται η παραβατική συμπεριφορά, δηλαδή στα πλαίσια των σύγχρονων κοινωνιών, των οικογενειακών σχέσεων και της ελληνικής κοινωνίας.
Η έξαρση της παραβατικότητας σε όλες τις εκφάνσεις της, είναι στις μέρες μας ένα καίριο και επείγον πρόβλημα σε παγκόσμιο επίπεδο. Ανάμεσα στους πολύπλοκους και αλληλένδετους παράγοντες που συνδέονται με τα ακραία φαινόμενα της βίας και της τρομοκρατίας που παρακολουθούμε στους δέκτες μας, κύρια θέση κατέχουν οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί της κοινωνικής αλλαγής που χαρακτηρίζουν την εποχή μας και που τελικά φαίνεται να αποτελούν το ψυχοκοινωνικό υπόστρωμα του φαινομένου.
          Με άλλα λόγια, η αναζήτηση των γενεσιουργών αιτιών για την εκρηκτική αύξηση της παραβατικότητας στις σύγχρονες κοινωνίες δεν μπορεί παρά να την συνδέσει με την ταχύρρυθμη κοινωνική αλλαγή.
Μέσα στη δύνη των συνεχών αλλαγών σε όλα τα επίπεδα, άτομα και κοινωνικές ομάδες εκδηλώνουν διαταραχές γιατί η ικανότητά τους να μετατρέπουν τα ερεθίσματα σε χρήσιμη πληροφορία δοκιμάζεται σε οριακά σημεία. Μέσα στις γρήγορες και άναρχες ανακατατάξεις, βασικά δομικά στοιχεία του πλαισίου αναφοράς ατόμων και επιμέρους κοινωνικών ομάδων κλονίζονται.
Όταν η κοινωνική αλλαγή είναι υπερβολικά γρήγορη δεν επιτρέπει βαθμιαίους και ομαλούς επαναπροσδιορισμούς σε βαθιά ριζωμένα πρότυπα σκέψης, συναισθήματος και δράσης τα οποία στήριζαν τα θεμέλια των κοινωνικών ομάδων με υψηλό βαθμό συνοχής.
Η συσσώρευση ερεθισμάτων που κατακλύζουν τον σύγχρονο άνθρωπο και τα οποία αυξάνονται κατακόρυφα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, δυσχεραίνουν την αφομοίωση τους. Η ελευθερία των επιλογών αυξάνει με τόσο γρήγορους ρυθμούς ώστε η κοινωνική ενσωμάτωση δεν λειτουργεί ομαλά.
Λόγω της πληθώρας των εναλλακτικών προτύπων και αξιών, η ελευθερία των επιλογών αυξάνει με τόσο γρήγορους ρυθμούς ώστε η κοινωνική ενσωμάτωση και η αναπαραγωγή δεν λειτουργεί ομαλά.
           Οι θεσμοί που οριοθετούσαν τα άτομα καθιερώνοντας πρότυπα αποδεκτής συμπεριφοράς και προσδιορίζοντας τις ατομικές επιλογές, δεν μπορούν πλέον να διατηρούν την μορφή τους για πολύ, γιατί αποσυντίθενται και διαλύονται πιο γρήγορα από τον χρόνο που χρειάζεται για να διαμορφωθούν.
Η κρίση θεσμών και αξιών που παρατηρείται στις σύγχρονες κοινωνίες φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις νέες μορφές κοινωνικής συνύπαρξης. Μορφές που λόγω του μικρού προσδόκιμου βίου τους, δεν μπορούν να αποτελέσουν ένα σταθερό πλαίσιο αναφοράς για την ανθρώπινη δράση και τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής, μακροχρόνιας στρατηγικής για τη ζωή.
Η έννοια της κοινότητας, στην οποία στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό η συνεκτικότητα και  η εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας ηχεί όλο και πιο κούφια. Οι δεσμοί μεταξύ των ανθρώπων καθίστανται πιο χαλαροί και η αλληλεγγύη υπονομεύεται. Οι σχέσεις ως δίκτυ ασφαλείας το οποίο άξιζε τις μεγάλες και συνεχείς επενδύσεις σε χρόνο και προσπάθεια και τη θυσία των άμεσων ατομικών συμφερόντων, γίνονται όλο και πιο ασθενικές και προσωρινές.  Αντίθετα επιβραβεύονται οι ανταγωνιστικές στάσεις και υποβαθμίζεται η συνεργασία και η ομαδική εργασία.
Ενώ ως μερικές δεκαετίες πριν τα άτομα ζητούσαν να απελευθερωθούν από τα δεσμά του χρέους, της καταπίεσης και του εγκλωβισμού που γεννούσαν οι ιδιαίτερα στενές και  συνεκτικές σχέσεις μέσα στην οικογένεια και την  κοινότητα, αυτή η ίδια κατάκτηση,  φαίνεται σταδιακά  να αποστερεί τα άτομα από την ικανοποίηση  βασικών ανθρώπινων αναγκών όπως η συντροφικότητα, η αλληλεξάρτηση και το αίσθημα ασφάλειας που προσφέρει η αίσθηση ότι κανείς ανήκει σε μια ανθρώπινη ομάδα. 
Η έλλειψη συλλογικής δράσης αποσαθρώνει τα κοινωνικά θεμέλια της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Το βάρος της ευθύνης μεταφέρεται στους ώμους των ατόμων που τώρα καλούνται να φέρουν πλήρως την ευθύνη των επιλογών τους για την επίλυση διλλημάτων που γεννιούνται από τις ασταθείς και συνεχώς μεταβαλλόμενες καταστάσεις που βιώνουν.
Η σταδιακή και συνεχής απόσυρση της συλλογικής δράσης στερεί το άτομο από την  θωράκιση  που είχε  απέναντι στην ατομική αποτυχία και κακοτυχία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η συμμόρφωση στους κανόνες - μια παράμετρος άμεσα συνδεδεμένη με την αύξηση της παραβατικότητας στις σύγχρονες κοινωνίες-δεν αποτελεί πλέον πλεονέκτημα.
Διακηρύσσεται δημοσίως ότι η μη συμμόρφωση σε κανόνες και όρια που θέτει το σύστημα μέσα στο οποίο είναι ενταγμένο ένα άτομο ή μια επιμέρους κοινωνική ομάδα, είναι μια αρετή που υπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του ατόμου.
Τη θέση που είχε η συμμόρφωση στις επιλογές του συνόλου έχει πάρει η ετοιμότητα να αλλάζει κανείς τακτικές, να εγκαταλείπει οποιαδήποτε δέσμευση και πίστη χωρίς μεταμέλεια και να προσπαθεί να επωφεληθεί. 
Αναπόφευκτα, οι συγκρούσεις μεταξύ ατόμων και επιμέρους κοινωνικών ομάδων είναι περισσότερες και η επίλυση τους δεν είναι εύκολη εφόσον υπάρχουν διαφωνίες ως προς την αξιολόγηση του τι είναι καλό και κακό, λογικό ή παράλογο.

Η παραβατική συμπεριφορά των νέων ως σύμπτωμα οικογενειακής δυσλειτουργίας

Η παραβατικότητα των εφήβων, με όποια μορφή και αν εκδηλώνεται,
αποτελεί ένα σύμπτωμα το οποίο φέρνει στο φως την δυσλειτουργία ολόκληρου του κοινωνικού συστήματος και γι’ αυτό αποτελεί ταυτόχρονα και μια ισχυρή πρόκληση.
Παρόλο ότι η παραβατικότητα  εμφανίζεται ως γενικευμένη μορφή συμπεριφοράς, η παραβατική συμπεριφορά των εφήβων λειτουργεί σαν ένας κώδωνας κινδύνου που προειδοποιεί για τους κινδύνους που ελλοχεύουν και αφορούν στο σύνολο της κοινωνίας.
Οι αλλαγές που αναφέραμε στην προηγούμενη ενότητα οι οποίες διατάραξαν τα θεμέλια των σύγχρονων κοινωνιών, δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανέπαφη την λειτουργία της οικογένειας που αποτελεί το κύτταρο κάθε κοινωνικής ομάδας. Είναι λοιπόν νομίζω προφανές ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει μια εμπεριστατωμένη ματιά πάνω στο θέμα της παραβατικότητας χωρίς να  επισημανθεί και να ερευνηθεί  ο ρόλος  της οικογένειας - είτε αναφερόμαστε στα αίτια του φαινομένου, είτε στις συνέπειες αυτού καθώς και στους τρόπους αντιμετώπισής του.
Σύμφωνα με την συστημική οπτική -η οποία πρεσβεύει ότι η κατανόηση και η αντιμετώπιση των ατομικών συμπτωμάτων οφείλει να αναζητείται στα διαταραγμένα μοτίβα της ενδοοικογενειακής αλληλεπίδρασης, της επικοινωνίας και των συλλογικών κατασκευών-η αποκλίνουσα  συμπεριφορά του έφηβου συγκαλύπτει εμπλοκές και δυσλειτουργίες του οικογενειακού συστήματος.
Όπως πολύ καλά ξέρουν οι θεραπευτές οικογένειας, τα ακραία παθολογικά συμπτώματα των παιδιών ενδημούν στα θολά νερά που συσκοτίζουν άδηλους συμβιβασμούς και υπονομεύσεις, άρρητες εσωτερικές προσωπικές και διαπροσωπικές συγκρούσεις.
Με άλλα λόγια, ο νεαρός παραβάτης ως ο επίσημος ασθενής του οικογενειακού συστήματος κρατά το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου.
Εφόσον λοιπόν εξετάσουμε και αναλύσουμε την παραβατική συμπεριφορά των νέων μέσα από ένα  συστημικό τρόπο προσέγγισης, δεν μπορεί παρά να βρούμε τους εαυτούς μας συνένοχους.
Ένα άλλο καίριο χαρακτηριστικό της παραβατικής συμπεριφοράς είναι ότι εφόσον η δυσλειτουργία του οικογενειακού συστήματος δεν μπορεί να οριοθετηθεί και να συγκαλυφθεί μέσα στα πλαίσια της οικογένειας διαχέεται στη κοινωνία.  Οι γονείς και η πολιτεία προσπαθούν να συνετίσουν τους παραβάτες του νόμου - «τα κακά παιδιά»  - με  ως επί το πλείστον κατασταλτικά μέσα.
Αντίθετα όταν «τα καλά παιδιά» εκδηλώσουν συμπτώματα -διαταραχές στην συμπεριφορά τους, σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα (ψυχώσεις, ψυχαναγκαστικές νευρώσεις, μανιοκατάθλιψη, απόπειρες αυτοκτονίας, οργανικές δυσλειτουργίες κλπ.) - οι γονείς απευθύνονται σε ειδικούς  (γιατρούς, ψυχιάτρους και άλλους επαγγελματίες του χώρου της ψυχικής υγείας, κέντρα και ιδρύματα) όπου τα παιδιά  αντιμετωπίζονται ως ασθενείς.
Ως γνωστόν, σύμφωνα με την επικρατούσα θεώρηση, τα ψυχολογικά συμπτώματα  θεωρούνται  προσωπική υπόθεση η οποία μάλιστα συχνά θεωρείται ότι έχει οργανική αιτιολογία και γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με ιατροφαρμακευτικές παρεμβάσεις.
Η κλινική εμπειρία επιβεβαιώνει συχνά την υπόθεση ότι τα σοβαρότερα προβλήματα παιδιών παρατηρούνται σε οικογένειες στις οποίες δεν επιτρέπεται να βγουν στην επιφάνεια οι συγκρούσεις και τα απωθημένα.  Η απατηλή εικόνα της αρμονίας και της ευτυχίας δημιουργεί σύγχυση και επικίνδυνες ακαμψίες.
Η ατομοκεντρική οπτική δεν επιτρέπει να συνδεθούν τα συμπτώματα των παιδιών με  τις  αλληλεπιδράσεις και τις δυσλειτουργίες στα πλαίσια των οικογενειακών σχέσεων.  Η απειλητική συνειδητοποίηση ότι ο ιός έχει εισέλθει στο σύστημα και διαβρώνει την υφή του ίδιου μας του κουκουλιού είναι μεγάλη και γι’ αυτό τείνει να απωθείται.  Επιπλέον η μόνωση  του αμυντικού εξοπλισμού της οικογένειας  είναι αναπόφευκτο να ενισχύεται με το κύρος που της προσδίδει η αντιμετώπιση από την καθιερωμένη ιατροκεντρική αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών διαταραχών. 
Η οικογένεια  πλαισιωμένη από  δομές που στηρίζουν ατομοκεντρικές αντιλήψεις για την ασθένεια, παρακολουθεί με δεμένα χέρια το θρίλερ στο οποίο πρωταγωνιστεί το παιδί τους και περιμένει το θαύμα.   
Ουσιαστικά είναι σαν να κρατάμε ένα τρομερό μυστικό καλά κρυμμένο ώστε να διατηρούνται οι ισορροπίες που τα συστήματα μέσα στα οποία είναι ενταγμένος ο επίσημος ασθενής δεν είναι έτοιμα να ανατρέψουν.
Αντίθετα, η παραβατική συμπεριφορά των νέων φαίνεται ότι λειτουργεί ως ένας ασυνείδητος μηχανισμός που φέρνει στο προσκήνιο την παραδοχή ότι το πρόβλημα που εκδηλώνεται σε ένα μέρος του συστήματος, είναι μια επιμέρους ένδειξη ότι νοσεί ολόκληρο το σύστημα
Σύμφωνα με τις παραπάνω διαπιστώσεις, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα «καλά παιδιά» συμμορφούμενα βοηθούν στην αναπαραγωγή και έτσι συμβάλλουν στην διατήρηση των ισορροπιών του συστήματος, ενώ τα «κακά» μη αποδεχόμενα την ενσωμάτωση ωθούν το σύστημα σε ανατροπές.
Όταν η παραβατικότητα εκδηλώνεται ως ομαδική εξέγερση των νέων τότε η πρόκληση γίνεται απ’ ευθείας στο ευρύτερο κοινωνικό σύστημα.  Είναι πρόσφατη η εμπειρία μας από τις εξεγέρσεις των μαθητών που συνόδευσαν το θάνατο του δεκαπεντάχρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου.  Βιώσαμε την έκρηξη του θυμού των ίδιων μας των παιδιών και την εισπράξαμε μέσα από βίαιες αντιδράσεις που πολλές από αυτές ο νόμος τις χαρακτηρίζει παραβατικές. 
Αυτό που έκανε αυτή την εξέγερση ιδιαίτερα σημαντική είναι ότι σε αυτό το ξέσπασμα καλά και κακά παιδιά βρέθηκαν κάτω από την ίδια ομπρέλα αγανάκτησης προκαλώντας έτσι ανοιχτά τα παγιωμένα και άκαμπτα μοτίβα της κοινωνικής συνύπαρξης και πρακτικής.
Η ελληνική κοινωνία: Πολιτισμικές διαστάσεις της παραβατικότητας

Λίγοι θα διαφωνούσαν με την διαπίστωση ότι η παραβατική μας συμπεριφορά είναι πίσω από τα οικονομικά προβλήματα που μαστίζουν τη χώρα και την θέση που πήραμε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ένωσης. 
Είμαστε μια κοινωνία που έφτασε στο χείλος του γκρεμού λόγω της παραβατικότητας που ευδοκιμεί από την αρχή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους. Δεν μπορούμε παρά να παραδεχθούμε ότι η οικονομική κρίση έφερε στην επιφάνεια την βαθιά κοινωνική κρίση που ελλόχευε από καιρό.  Γίναμε ο επίσημος ασθενής της Ευρώπης, το παραβατικό παιδί με τη βούλα.
Εξετάζοντας την ελληνική κοινωνία διαχρονικά, διαπιστώνει κανείς ότι οι συμπεριφορές  που σήμερα κατατάσσουμε στα φαινόμενα της παραβατικότητας είναι βαθιά χαραγμένες στην πολιτισμική μας παράδοση.  Πολλές από αυτές τις νοοτροπίες και τις πρακτικές που καλλιεργούν την παραβατικότητα μπορούν να εξηγηθούν με βάση πολιτισμικές διαχρονικές διαστάσεις της κοινωνικής ζωής στον τόπο μας. 
Εστιάζοντας το φακό μας στην ελληνική κοινωνία και στις σαρωτικές αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών μπορούμε να εντοπίσουμε τις αλλαγές των αντιλήψεων μας σε ότι αφορά το ποιοι είμαστε, τι θέση έχουν οι άλλοι στη ζωή μας και να τις συνδέσουμε με τα μοτίβα της γενικευμένης παραβατικής συμπεριφοράς μας η οποία οδήγησε τη χώρα στα μεγάλα αδιέξοδα που όλοι βιώνουμε. 
Τα ευρήματα[1] στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια φαίνεται να εξηγούν γιατί συμπεριφορές και αντιλήψεις που ήταν λειτουργικές για προγενέστερες φάσεις αφού αποτέλεσαν εφόδια για την επιβίωση, κάτω από τις συνθήκες της σύγχρονης ζωής μετατρέπονται σε δυσλειτουργικές και επιζήμιες για την πορεία μας.
Ιδιαίτερη σημασία για τη κατανόηση της γενικευμένης παραβατικής συμπεριφοράς μας, είναι ο ορισμός που έδωσαν οι Έλληνες στην έννοια του κύκλου δικών
Σύμφωνα με τα ευρήματα των ερευνών αυτών η ένταξη στον κύκλο δικών δεν βασίζεται στον βαθμό συγγένειας αλλά σε διάφορες μορφές συμπεριφοράς που συνδέουν τους ανθρώπους που ανήκουν στον ίδιο κύκλο δικών[2]
Με άλλα λόγια, στο κύκλο δικών ανήκουν άνθρωποι που νοιάζονται για μένα και με τους οποίους μπορώ να δημιουργήσω αλληλεξαρτήσεις.
         Το γεγονός ότι βασικό κριτήριο για την ένταξη ή αποπομπή του ατόμου από τον κύκλο δικών είναι το κατά πόσο νοιάζεται τους δικούς του εξηγεί πολλούς τύπους συμπεριφοράς που σε πρώτη ανάγνωση μοιάζουν αντιφατικές. 
Πολλές από τις  συμπεριφορές μας εξηγούνται με βάση αυτόν τον κομβικό διαχωρισμό μεταξύ του κύκλου δικών και του χώρου έξω από αυτόν.  Δηλαδή το αν θα συνεργαστούμε ή θα ανταγωνιστούμε εξαρτάται από την σχέση που έχουμε με τα συγκεκριμένα πρόσωπα με τα οποία αλληλεπιδρούμε.  Οι σχέσεις μας με αυτούς που δεν ανήκουν στον κύκλο δικών είναι ανοιχτά ανταγωνιστικές. 
Η προκλητική αμφισβήτηση, οι υπονομεύσεις, οι απατηλοί ελιγμοί είναι απροκάλυπτοι.  Η επιβολή των διεκδικήσεων μας απέναντι τους δεν βασίζεται σε κριτήρια που έχουν σχέση με το κοινωνικό όφελος αλλά καθορίζεται από το συμφέρον των δικών μας.
Το ίδιο ισχύει και για την συμπεριφορά μας απέναντι σε πρόσωπα κύρους.  Αν ανήκουν στο κύκλο δικών τα δεχόμαστε, αν όχι τα διαγράφουμε και τα πολεμάμε.
          Η ιδιαιτερότητα των δικών μας αντιλήψεων για τις στενές ανθρώπινες σχέσεις και η αξιολόγηση των επιπτώσεων που έχουν αυτές στην λειτουργία των θεσμών στα πλαίσια της ελληνικής κοινωνίας γίνεται πιο ανάγλυφη όταν τις συγκρίνει κανείς με τις αντίστοιχες αντιλήψεις για την έννοια του κύκλου δικών που έδωσαν άλλες πολιτισμικές ομάδες. 
Ενώ για παράδειγμα για μας ο κύκλος δικών απαρτίζεται από συγκεκριμένα πρόσωπα, για τους αμερικανούς ο κύκλος δικών είναι ‘απρόσωπος’ αφού όρισαν τον κύκλο δικών:  ‘ως άνθρωποι σαν εμένα.

     Συγκρίνοντας από την άλλη μεριά, την δική μας αντίληψη για τον κύκλο δικών με αυτή της γειτονικής μας Ιταλίας, παρατηρούμε μια πολύ σημαντική διαφορά. 
Ενώ δηλαδή και στους δυο λαούς στον κύκλο δικών ανήκουν τα μέλη της οικογένειας, οι φίλοι και οι φίλοι των φίλων, σε εκείνους η επένδυση γίνεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα με τα οποία οι αλληλεξαρτήσεις πρέπει να παραμείνουν αναλλοίωτες. 
Ως γνωστόν, σύμφωνα με τους κώδικες συμπεριφοράς της Μαφίας, η παράβαση των όρων της αμοιβαιότητας θεωρείται προδοσία και τιμωρείται με σκληρότητα, ενώ όταν εμείς δεν μπορούμε να πετύχουμε αμοιβαιότητα διαγράφουμε  από τον κύκλο δικών αυτόν που μας ‘πρόδωσε’.
          Θυμάμαι την συζήτηση που είχα με έναν Ούγγρο συνάδελφο στα πλαίσια ενός διεθνούς συνεδρίου. Είχα προσπαθήσει να του εξηγήσω πώς  αντιλαμβανόμαστε εμείς τον κύκλο δικών και συνόψισα τον ορισμό λέγοντας ότι: «για μας αν δεν είσαι μαζί μου, είσαι εναντίον μου»
Άμεσα ήρθε η απάντηση: «Για μας ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Αν δεν είσαι εναντίον μου είσαι μαζί μου».  Η μικρή αυτή φράση συμπύκνωσε μια καθοριστική πολιτισμική διαφορά ανάμεσα σε δύο άλλες γειτονικές χώρες με διαφορετικές ιστορικές διαδρομές που διαμόρφωσαν μια τόσο διαφορετική αντίληψη για τις στενές ανθρώπινες σχέσεις.

Εστιάζοντας και πάλι σε μας, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι ο ορισμός που δίνουμε εμείς για τον κύκλο δικών έχει μια θετική και μια αρνητική πλευρά.  Το γεγονός ότι σύμφωνα με την δική μας αντίληψη, οι στενές ανθρώπινες σχέσεις χτίζονται πάνω στην αξία της αλληλεξάρτησης, στο νοιάξιμο, το μοίρασμα και την  αμοιβαιότητα, (στοιχεία που καθόριζαν τη δομή της ελληνικής κοινότητας) μας έχει εφοδιάσει με έναν σημαντικό συγκινησιακό εξοπλισμό σε μια εποχή που τα εξωτερικά σταθερά σημεία αναφοράς καταρρέουν και που τα δομικά στοιχεία που συντηρούσαν την οικογένεια αναθεωρούνται εκ βάθρων. 
Το γεγονός δηλαδή ότι η δική μας αντίληψη για τις στενές ανθρώπινες σχέσεις μας δίνει τη δυνατότητα να επιλέγουμε τους ανθρώπους με τους οποίους μπορούμε να δημιουργούμε βιώσιμους και λειτουργικούς συναισθηματικούς δεσμούς και με τους οποίους μπορούμε να επιδιώξουμε κοινούς στόχους αποτελεί μια εξαιρετικά  προωθητική ψυχοκοινωνική διάσταση των ανθρώπινων σχέσεων.
          Στη δημοφιλή σειρά της τηλεόρασης του Καπουτζίδη με τίτλο: «Στο παραπέντε» (την οποία παρακολούθησε μια μεγάλη μερίδα του κοινού), μια ετερόκλιτη ομάδα ανθρώπων δημιουργούσαν μεταξύ τους σχέσεις αλληλεξάρτησης, μοιράσματος και αμοιβαιότητας.  Οι πράξεις τους διέπονταν από την αξία της προσωπικής ευθύνης και της κοινωνικής συνείδησης με κοινό σκοπό την καταπολέμηση της κακοποιών στοιχείων της κοινωνίας.
          Από την άλλη πλευρά, η αντίληψη που έχουμε για τον κύκλο δικών, φαίνεται να αποτελεί βασική παράμετρο για την κατανόηση της γενικευμένης παραβατικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει την άτομα και ομάδες στην ελληνική κοινωνία
Γιατί σύμφωνα με την αντίληψη που έχουμε για τις στενές ανθρώπινες σχέσεις σημαντικό δεν είναι ποιος είσαι και ποιος είναι ο άλλος αλλά τι κάνεις εσύ για εκείνον και εκείνος για σένα.
Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τις στενές ανθρώπινες σχέσεις φαίνεται να είναι ένας χρήσιμος κώδικας για να κατανοήσουμε πώς η κοινωνία μας μετεξελίχθηκε από κοινωνία κοινωνικής συμπαράστασης και αλληλεγγύης σε κοινωνία συντεχνιών και οργανωμένων συμφερόντων.

Η σχεδόν θεσμοποιημένη παραβατικότητα που έχει καθιδρυθεί στη ελληνική κοινωνία μπορεί να κατανοηθεί βαθύτερα με βάση τα ευρήματα που αφορούν την έννοια φιλότιμο, η οποία θεωρείται ως πρωταρχική αξία των Ελλήνων[3].
Μια από τις σημαντικότερες ίσως επισημάνσεις που έγιναν στις έρευνες που αναφέραμε, ήταν ότι φιλότιμος είναι αυτός που με τη συμπεριφορά του προωθεί τις αλληλεξαρτήσεις, τη συλλογικότητα και τα συμφέροντα του κύκλου δικών.
Με την ερμηνεία που έδωσαν οι ερευνητές  στο ορισμό της έννοιας, παύουμε να μοιάζουμε αντιφατικοί γιατί η ίδια συμπεριφορά θεωρείται φιλότιμη όταν αφορά πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο δικών ενώ δεν ισχύει όταν πρόκειται για συναλλαγές με πρόσωπα που δεν ανήκουν σε αυτόν.  
Δεν έχουμε ηθικούς φραγμούς αν χρειαστεί να κάνουμε πράξεις ‘παράνομες’ αν αυτό εξυπηρετεί τους δικούς μας ανθρώπους γιατί κριτήριο για το αν είμαστε φιλότιμοι είναι η σχέση με τους δικούς και όχι η πράξη αυτή καθ’ εαυτή.
          Το φιλότιμο, η αλληλεγγύη, η προσωπική ευθύνη και η κοινωνική συνείδηση, αξίες που ήταν για μας συνδεμένες με τις στενές οικογενειακές σχέσεις δεν είναι εύκολο να προσαρμοστούν στα καινούργια δεδομένα ώστε να αποτελέσουν το αξιακό υπόβαθρο της ευρύτερης ελληνικής κοινωνίας. 
Με βάση αυτή την ερμηνεία της έννοιας του φιλότιμου, κάτω από τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στον απρόσωπο και ανταγωνιστικό σύγχρονο κόσμο, ο φιλότιμος γίνεται ευάλωτος αφού αλληλεπιδρά με άτομα που δεν ανήκουν στο κύκλο δικών άρα εκθέτει τον εαυτό του σε άτομα και ομάδες που δεν νοιάζονται γι’ αυτόν
Ως εκ τούτου, δεν είναι αξιοπερίεργο ότι, όπως έδειξαν αυτές οι έρευνες, το φιλότιμο από αξία μετατρέπεται σε απαξία εφόσον όταν η φιλότιμη συμπεριφορά εξασκείται εκτός του κύκλου δικών δεν εξυπηρετεί πλέον τα συμφέρονται του ίδιου και των δικών του.
Η παρανομία, η καταστρατήγηση κανόνων, ο νεποτισμός, η άκριτη υιοθέτηση κάθε αιτήματος, η αποπροσωποποίηση της ευθύνης θεωρούνται θεμιτές συμπεριφορές αφού συμβάλλουν στην εξασφάλιση των μέσων επιβίωσης και κοινωνικής ανέλιξης του ίδιου και των δικών. 
Για παράδειγμα το ρουσφέτι που οδήγησε την ελληνική κοινωνία και την ελληνική οικονομία σε τραγικά αδιέξοδα, ήταν ένα σημαντικό μέσο που διέθετε ο κάτοικος της αγροτικής Ελλάδας να συνδεθεί με την αστική Ελλάδα και τα κέντρα αποφάσεων που ήταν το απρόσωπο κράτος που αντικατέστησε το μισητό καθεστώς της τουρκικής κυριαρχίας.
Η θέση του παιδιού στα διαδοχικά πρότυπα ζωής

Στην προσπάθεια μου να εντοπίσω κάποιες παραμέτρους που αφορούν την παραβατική συμπεριφορά των νέων στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ανέτρεξα στις πληροφορίες, και τη γνώση που απέκτησα μέσα από την  μακρόχρονη ενασχόληση μου με ελληνική οικογένεια[4] Έχοντας ακολουθήσει μια εξελικτική προσέγγιση είχα την δυνατότητα να παρατηρήσω και να καταγράψω αλλαγές των αντιλήψεων, των συναισθηματικών αντιδράσεων και της ορατής συμπεριφοράς των παιδιών μέσα στις ραγδαίες εξελίξεις οι οποίες οδήγησαν την Ελληνική οικογένεια από την παραδοσιακή αγροτική μορφή που τη χαρακτήριζε στη μεταμοντέρνα της εκδοχή μέσα σε μόνο μερικές δεκαετίες. 
Τα ερευνητικά δεδομένα που συγκεντρώσαμε μας έδωσαν μια ανάγλυφη εικόνα για τις αντιλήψεις και τις συναισθηματικές αντιδράσεις παιδιών που μεγάλωναν μέσα σε  παραδοσιακές οικογένειες.
 Στα πλαίσια της παραδοσιακής κοινότητας όπου η επιβίωση βασιζόταν στην βασική αξία της αλληλεξάρτησης, το παιδί αντιμετωπιζόταν ως υπεύθυνο μέλος της κοινότητας με σαφείς και συγκεκριμένες υποχρεώσεις.  Συμμετείχε ενεργά στον καθημερινό αγώνα για επιβίωση ανάλογα με τις πραγματικές του δυνατότητεςΕίναι χαρακτηριστικό το εύρημα ότι τα παιδιά στα πλαίσια της παραδοσιακής κοινότητας, πριν γίνουν τεσσάρων χρονών πρόσφεραν περισσότερα από αυτά που έπαιρναν.[5]
Οι συνθήκες του παραδοσιακού τρόπου ζωής καλλιεργούσαν ένα ιδιαίτερο είδος αυτοελέγχου και κοινωνικής συνείδησης που δεν άφηνε περιθώρια στην ανάπτυξη  παραβατικής συμπεριφοράς.
Επειδή η αποδοχή του ατόμου από τα υπόλοιπα μέλη της κλειστής παραδοσιακής κοινότητας ήταν μείζον θέμα για όλους, κανείς δεν διακινδύνευε να αποκλεισθεί από  ένα σύστημα σχέσεων που όριζε την ύπαρξή του.  Ως εκ τούτου περιθώρια για ανευθυνότητες δεν υπήρχαν.
 Ένα άλλο σημαντικό εύρημα που είναι άμεσα συνδεδεμένο με την παντελή έλλειψη παραβατικής συμπεριφοράς στον παραδοσιακό χώρο ήταν η δεδομένη αποδοχή του καθοδηγητικού ρόλου των ενηλίκων.  Χαρακτηριστική είναι η ιστορία που έγραψε ένα παιδί  του παραδοσιακού χώρου:
«Ένα παιδί με  τον πατέρα του έχουν κάποια συζήτηση και φαίνονται χαρούμενοι γιατί ο σκοπός που είχαν πέτυχε. Το παιδί ακούει με προσοχή τα λόγια του πατέρα του που θέλει το καλό του γιού του και γι’ αυτό είναι ευχαριστημένοι.»
Οι συνεργατικές αντιλήψεις μέσα στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής μεταφέρονταν και στις σχέσεις του παιδιού στον ευρύτερο χώρο της κοινότητας και αναπόφευκτα στην αλληλεπίδραση του με τους συνομηλίκους του. 
Σύμφωνα με τα  ευρήματα μιας έρευνας που εστίασε στην έννοια της συνεργασίας και του ανταγωνισμού στα παιδιά του παραδοσιακού χώρου υπήρχε παντελής έλλειψη ανταγωνισμού τόσο στις οικογενειακές σχέσεις όσο και στις σχέσεις του με τους συνομήλικους του.[6]
          Στις αντιλήψεις των παιδιών της επαρχίας βλέπαμε τα θεμελιακά θετικά στοιχεία της ψυχοκοινωνικής μας κληρονομιάς.  Τα παιδιά αυτά στις ιστορίες και στις ζωγραφιές τους εξέφραζαν ακόμα την πίστη τους στην αξία της συλλογικής προσπάθειας και τόνιζαν πώς η αλληλεξάρτηση, η συνεργασία και το συμφέρον του συνόλου πρέπει να διατηρηθούν, γιατί τα βλέπουν ως απαραίτητες προϋποθέσεις μιας δημιουργικής ζωής μέσα στην κοινότητα.
Η εικόνα αλλάζει δραματικά όταν εστιάσει κανείς το φακό του στα παιδιά που βίωναν τον αστικό τρόπο ζωής. 
Όπως προκύπτει από το πλούσιο υλικό σχετικών ερευνών, μαζί με τον ξεκάθαρο προσανατολισμό ζωής χάνονται πολλά από τα θετικά στοιχεία της παραδοσιακής αντίληψης του εαυτού και των ανθρώπινων σχέσεων, όπως, η αμοιβαιότητα, ο συντονισμός ενεργειών και συναισθηματικών αντιδράσεων.
Τα ευρήματα των ερευνών που αφορούσαν τις αλλαγές των αντιλήψεων, των συναισθηματικών αντιδράσεων και της συμπεριφοράς των παιδιών στον αστικό χώρο στην Ελλάδα μας έδωσαν μια ξεκάθαρη εικόνα του πώς τα παιδιά βιώνουν τις επιπτώσεις των κοινωνικών αλλαγών για τις οποίες μιλήσαμε στην αρχή του κειμένου αυτού, όταν αναφερθήκαμε στο φαινόμενο της παραβατικότητας ως σύμπτωμα μιας κοινωνικής παθογένειας,
          Οι ισχυρές δονήσεις που δέχτηκε ο τόπος μας τις τελευταίες δεκαετίες εκδηλώνονταν στη σύγχυση, στη μοναξιά και στην απόγνωση που εκφράζανε τα παιδιά της Αθήνας. 
Το ερευνητικό υλικό από τα δείγματα των παιδιών της Αθήνας ήταν διάχυτο από αμφιταλαντεύσεις, αμφιβολίες και συμβιβασμούς. 
Τη σχέση γονιού-παιδιού τα παιδιά αυτά την περιέγραφαν δύσκολη, συγκρουσιακή και στις ιστορίες τους συχνά μιλούσαν για καταστροφικές συνέπειες της έλλειψης συνεννόησης. 
Τους γονείς τους αισθάνονται απορροφημένους από τον δικό τους αγώνα για ψυχολογική επιβίωση.  Οι προτροπές, οι συμβουλές, οι περιορισμοί δεν καταγραφόταν.  Τα παιδιά μιλούσαν ασαφώς για την προσπάθειά τους να αποφύγουν συγκρούσεις και αναζητούσαν μια στοιχειώδη ηρεμία που κάτω από τις συνθήκες που περιέγραφαν μόνο στη μοναξιά τους μπορούν να την βρουν.
Εξίσου αποκαλυπτικά ήταν τα ευρήματα που αφορούσαν την αντίληψη του εαυτού. Ενώ για τα παιδιά του παραδοσιακού χώρου οι δυο έννοιες του ιδανικού και του  πραγματικού εαυτού ταυτιζόταν αυτό δεν ίσχυε για τα παιδιά του αστικού χώρου.  Οι προσωπικές τους επιδιώξεις ήταν ασαφείς και αντιφατικές.  Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη ιστορία ενός παιδιού του αθηναϊκού δείγματος:
«Θα προσπαθήσω να γίνω ναυτικός, μ’ αρέσει η θάλασσα. Αν δεν τα καταφέρω θα προσπαθήσω να γίνω ή αεροπόρος ή ποδοσφαιριστής ή και γιατρός μαζί.»
Η έλλειψη ξεκάθαρου προσανατολισμού ζωής οδηγεί αναπόφευκτα στην επιδίωξη πρόσκαιρων ατομιστικών και ευδαιμονιστικών στόχων: «Να διασκεδάζω», «θα ήθελα να ζω σε μια βίλλα και να πηγαίνω συνέχεια ταξίδια».
Ενδεικτική είναι και η επόμενη ιστορία ενός άλλου παιδιού γιατί προδιαγράφει τις συγκρουσιακές καταστάσεις που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια στα πλαίσια των οικογενειακών σχέσεων:
«Ήταν ένας πατέρας και ένα παιδί που κάθε μέρα το παιδί δεν έκανε καλές πράξεις και κάθε μέρα ο πατέρας το διόρθωνε. Όταν μια μέρα μάλωσαν  και έπαθαν μεγάλο κακό.»

Πολλές από τις εμπλοκές που εκδηλώνονται με την παραβατική συμπεριφορά φαίνεται να συνδέονται με την αντιφατική θέση του παιδιού μέσα στην δυναμική των ενδοοικογενειακών σχέσεων.
Το παιδί στα πλαίσια της αστικής παιδοκεντρικής οικογένειας είναι ο αποδέκτης των αγαθών που αποκτώνται χωρίς να συμμετέχει το ίδιο στον αγώνα που κάνουν οι γονείς. 
Το γεγονός ότι εδώ και δεκαετίες τα παιδιά μας μεγαλώνουν με υπερβολικές παροχές έχει δημιουργήσει γενιές πολιτών οι οποίοι δεν έχουν εκπαιδευτεί να αυτενεργούν και να βασίζονται στις δικές τους δυνάμεις.
Ενώ σε υλικό και ορατό επίπεδο τα παιδιά στα πλαίσια των σύγχρονων οικογενειών είναι αποδέκτες πολλών απολαβών από τους γονείς τους, παράλληλα κουβαλούν το δυσβάστακτο βάρος να εκπληρώσουν τις προσδοκίες των γονιών τους που έχουν δώσει τόσα πολλά, έχουν συχνά θυσιάσει τα όνειρα και τις επιθυμίες τους για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους (σου τα προσφέρω όλα αλλά εσύ είσαι δέσμιος των δικών μου επιλογών). 
Την συνοχή μεταξύ των μελών των κλειστών παραδοσιακών κοινοτήτων που εξασφάλιζε η συλλογικότητα, στα πλαίσια της αστικής παιδοκεντρικής οικογένειας επιδιώκεται μέσα από την ύπαρξη του παιδιού.
          Εξετάζοντας τις συνεχιζόμενες διαδοχικές αλλαγές της ελληνικής οικογένειας διαπιστώνουμε ότι ανατροπές πρώτου μεγέθους σε όλα τα επίπεδα που συμπαρέσυραν τις ετοιμόρροπες δομές άλλαξαν τον χάρτη των μορφών συμβίωσης τα παιδιά ζουν πια στα πλαίσια περίπλοκων ρευστών και ασταθών καταστάσεων. 
Μικροί και μεγάλοι αναζητούν συναισθηματικά στηρίγματα για να αντιμετωπίσουν καταστάσεις που συμπαρασύρουν όλα τα σταθερά σημεία αναφοράς. 
Στις μέρες μας, όπου οι δομές γίνονται όλο και πιο ασταθείς, το επίκεντρο των διεργασιών μετατοπίζεται από δομικά στοιχεία της συμβίωσης στην ανάγκη συναισθηματικής κάλυψης και για επικοινωνία. Άτομα[7] και οικογένειες υποχρεώνονται σε μια επίπονη διαπραγμάτευση σε ότι αφορά τους όρους της συμβίωσης και τους κανόνες λειτουργίας της αλληλεπίδρασής τους.
Όλο και περισσότερο οι επιλογές καθορίζονται πια όχι από θεσμικές διευθετήσεις αλλά από ψυχολογικούς και επικοινωνιακούς παράγοντες. Οι θεσμικές διευθετήσεις δεν είναι αφ’ εαυτού πλέον αρκετές. Χρειάζεται να διευθετηθούν και συμφωνηθούν οι τρόποι εφαρμογής τους. Στις σύγχρονες οικογένειες το πώς γίνεται εξίσου ισχυρό με το τι.
          Αλλά το βάρος που πέφτει στους ώμους των παιδιών σε αυτή τη φάση της εξέλιξης της οικογενειακής δυναμικής γίνεται ακόμα πιο δυσβάστακτο λόγω της βαθιάς κρίσης που έχει εστιαστεί στον πυρήνα της οικογένειας, τη σχέση του ζευγαριού. 
Σε αυτή τη φάση που η σχέση μεταξύ των γονιών γίνεται όλο και πιο εύθραυστη, τα παιδιά  επωμίζονται και πάλι το ρόλο να κρατούν τις εξαιρετικά ασταθείς  ισορροπίες.  Πολύ συχνά τα παιδιά στηρίζουν τα ετοιμόρροπα σπίτια τους που σείονται συνεχώς από τις άλυτες διαφορές ανάμεσα στους γονείς τους.
Μπορεί οι αντιλήψεις και οι επιλογές των ζευγαριών της μεταμοντέρνας εποχής να διαφέρουν ποιοτικά από αυτές της παιδοκεντρικής πυρηνικής οικογένειας αλλά το παιδί εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων. 
Αν στην πυρηνική οικογένεια οι επιδιώξεις των γονιών για κοινωνική καταξίωση βασιζόταν πάνω στο παιδί, στις μεταμοντέρνες, μικτές, πολύπλοκες και ρευστές μορφές συμβίωσης το παιδί εξακολουθεί να παίζει πρωτεύονται ρόλο στην εδραίωση και την λειτουργία των νέων μορφών συμβίωσης. 
Γιατί είναι εμφανές ότι η απόκτηση και το μεγάλωμα των παιδιών αποκτούν στις μέρες μας τεράστια σημασία για άνδρες και γυναίκες.  Το ζούμε έντονα αυτό μέσα από απεγνωσμένες προσπάθειες για υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και υιοθεσίες. 
Το πάθος για την απόκτηση απογόνων που θα στηρίξει τις ασταθείς μας κατασκευές εκδηλώνεται με όλους τους τρόπους. 
           Ενώ λοιπόν τα σημερινά παιδιά καλούνται να στηρίξουν τη συνοχή, την επικοινωνία, τη συναισθηματική κάλυψη αναγκών μεγαλώνουν μέσα σε συνθήκες  που  απαιτούν προωθημένες επικοινωνιακές δεξιότητες που μέσα στις αλλεπάλληλες ανατροπές δεν υπήρξε χρόνος για να αναπτυχθούν.  Νοήματα που δεν ισχύουν πια μπερδεύονται με εκείνα που τώρα κατασκευάζονται και αναπόφευκτα δημιουργούν διλήμματα και διχογνωμίες.
Τα ερμηνευτικά εργαλεία του παρελθόντος καθώς δημιουργήθηκαν και ανταποκρίνονται σε άλλες εποχές, μοιάζει να μην μπορούν να περιγράψουν και να ερμηνεύσουν μια κοινωνική πραγματικότητα που μεταβάλλεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. 
Οι επιλογές και οι διαπραγματεύσεις για το τι είναι λειτουργικό, σωστό, δίκαιο, εφικτό προσκρούουν σε παγιωμένες αντιλήψεις και πρακτικές και δημιουργούν δυσεπίλυτες εσωτερικές και διαπροσωπικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις.
Θα μπορούσε λοιπόν να υποστηρίξει κανείς ότι ένας παράγοντας που συμβάλει στην παραβατική συμπεριφορά παιδιών και εφήβων είναι ο συσσωρευμένος θυμός που απορρέει από τις αντιφάσεις και τις εντάσεις που ενδημούν μέσα στις οικογενειακές σχέσεις.
Επίλογος:  Η αντίστροφη μέτρηση

Αφετηρία για την πολυεπίπεδη ανάλυση του θέματος της παραβατικότητας με επίκεντρο τους νέους ήταν το σκεπτικό ότι η κατανόηση του φαινομένου και η εντόπιση των παραμέτρων εκείνων που θα απέτρεπε ή θα μείωνε τα κρούσματα παραβατικότητας σε όλα τα επίπεδα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να αναζητηθούν αποτελεσματικότεροι τρόποι αντιμετώπισης του. 
Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει στη διαμόρφωση πολιτικών διαχείρισης που δεν θα είναι εστιασμένες στην καταστολή  αλλά στην αλλαγή των δομών και των συμπεριφορών που την γέννησαν.
Η ανάλυση του θέματος της παραβατικότητας που επιχειρήθηκε στο παρόν κείμενο εστιάστηκε σε ψυχοκοινωνικούς παράγοντες.  Στόχος μας ήταν να συμβάλουμε στη κατανόηση ενός σύνθετου φαινομένου το οποίο στη φάση που διανύουμε φαίνεται να αποτελεί κεντρικό άξονα των προβληματισμών για το πώς οδηγηθήκαμε στην βαθιά κοινωνική και οικονομική κρίση που βιώνουμε
Το τελευταίο διάστημα ακούγεται όλο και πιο συχνά ότι η κρίση της Ελληνικής κοινωνίας έχει αρχίσει να λειτουργεί ως μοχλός αλλαγής.
Φαίνεται να συνειδητοποιείται ότι ο δρόμος που θα μπορούσε να οδηγήσει στην άρση των οικονομικών και κοινωνικών αδιεξόδων που έχουν συσσωρευτεί θα περάσουν μέσα από την αλλαγή της νοοτροπίας μας
Κατά την άποψή μας, η  έκταση που πήρε η  παραβατική συμπεριφορά στον τόπο μας αποτελεί μια ισχυρή και εστιασμένη πρόκληση για την αλλαγή της νοοτροπίας μας.
Η εξελικτική σκοπιά η οποία αποτέλεσε βασική παράμετρο για την παρατήρηση και την αξιολόγηση της παραβατικής συμπεριφοράς των νέων,  μας έδωσε την δυνατότητα να συνδέσουμε τα συναφή φαινόμενα με τις ταχύρρυθμες και βαθιές κοινωνικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της σύγχρονης ζωής.
Η διαχρονική οπτική έφερε στο φως το πώς αλλάζουν οι αντιλήψεις μας για το ποιοι είμαστε, που πάμε και γιατί.  Για το πώς δηλαδή κατασκευάζουμε, συν-κατασκευάζουμε και ανακατασκευάζουμε τις αλήθειες μας σε ότι αφορά την ύπαρξη και την συνύπαρξη.
Μέσα από αυτό το πρίσμα διαπιστώσαμε αρνητικές διαστάσεις των πολιτισμικών μας καταβολών.  Αντιλήψεις και συμπεριφορές που διαμορφώθηκαν σε άλλες εποχές, οι οποίες κάτω από τις συνθήκες του σύγχρονου τρόπου ζωής οδηγούν σε ακραία δυσλειτουργικά κοινωνικά φαινόμενα (αλληλοκατηγορίες, εξεγέρσεις, ανομία, βία, τρομοκρατία). 
Διαπιστώνουμε ότι οι αρνητικές συμπεριφορές επιβεβαιώνουν την αρνητική εικόνα του εαυτού μας, η οποία αναπαράγεται μέσα από αντίστοιχες αρνητικές αντιλήψεις και συμπεριφορές. 
Και έτσι διαιωνίζεται ένας  φαύλος κύκλος που δεν επιτρέπει ανατροφοδοτήσεις, ανακατατάξεις και αναθεωρήσεις που θα οδηγούσαν στις  υπερβάσεις  που θα οδηγούσαν στην δημιουργία μιας πιο υγιούς κοινωνικής συνύπαρξης.
Από την άλλη πλευρά, μέσα από την αναδρομή σε αντιλήψεις και συμπεριφορές που ευδοκιμούσαν σε παλιότερες μορφές οικογενειακής και κοινωνικής συμβίωσης, εντοπίσαμε και κάποια προωθητικά στοιχεία του ψυχισμού μας που καλούμαστε να αναβιώσουμε και να αξιοποιήσουμε.
Γιατί τα προωθητικά στοιχεία της προσωπικής και συλλογικής συνείδησης οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας βρίσκονται καταχωρημένα στο συλλογικό ασυνείδητο και περιμένουν να δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες που θα επιτρέψουν την ενεργοποίηση τους.
Δεν έχουν περάσει παρά μόνο τριάντα χρόνια από  τότε που καταγράψαμε τις αντιλήψεις δωδεκάχρονων παιδιών που ζούσαν σε κοινότητες που βρίσκονταν σε φάση βαθιάς κοινωνικής αλλαγής.
Για τα παιδιά αυτού του δείγματος από την μια πλευρά  η ένταξη στην απρόσωπη καταναλωτική κοινωνία ήταν η άμεση προοπτική και από την άλλη  η συλλογικότητα που χαρακτήριζε τον παραδοσιακό τρόπο ζωής μια βιωμένη πραγματικότητα.
Ιδωμένες μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνιών οι αντιλήψεις αυτών των παιδιών που βίωναν την κοινωνική αλλαγή στην καθημερινότητα τους μας  πρόσφεραν τη δυνατότητα να εντοπίσουμε τις διαστάσεις εκείνες που υπερβαίνουν πολιτισμικές διαφορές και αποκρυσταλλώνουν βασικές διαστάσεις μιας λειτουργικής κοινωνικής ζωής, όπως συλλογικότητα, αίσθημα προσωπικής ευθύνης, συντροφικότητα, μοίρασμα συναισθημάτων κ.α..
Θα κλείσουμε με μια ιστορία που έγραψε τότε ένα δωδεκάχρονο παιδί που ανήκε σε αυτό δείγμα και η οποία συμπυκνώνει τα βιώματα, τις φόβους και τις ελπίδες ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας τριάντα χρόνια μετά.[8]
«Σε ένα δάσος έπιασε φωτιά. Η πυροσβεστική ακούγεται με τον παράξενο θόρυβο που κάνει.  Εκτός από την πυροσβεστική πλήθος από κόσμο που υπάρχει στο χωριό την ώρα αυτή, ε, έρχονται για να βοηθήσουν το σβήσιμο.  Άντρες με λάστιχα που βάζουν στη βρύση, κάνουν κάτι για να σβηστεί η φωτιά.
Άλλοι με σκαλίδες και με παλάμες προσπαθούν να σβηστούν οι θάμνοι κι ένας άνθρωπος γελάει γι' αυτό.
Ίσως είναι ο αίτιος που άναψε η φωτιά για να καταστρέψει αυτό το δασικό πλούτο.  Είναι βέβαια εις βάρος του άλλα και για των άλλων ανθρώπων που δεν μπορούν να χαρούν τις ομορφιές του δάσους και το οξυγόνο που προσφέρει και τα διάφορα καταφύγια που προσφέρει στα ζώα.  Οι άλλοι το 'χουν καταλάβει οι περισσότεροι, αλλά αυτός δεν ' το χει εννοήσει καθόλου και κάπου πηγαίνει περίπατο σαν να μην έγινε τίποτα και σαν να ’ναι η ατμόσφαιρα χαρούμενη και εξακολουθεί να γελάει.
Αλλά οι άνθρωποι οι άλλοι με κίνδυνο της ζωής τους προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά, γιατί σκέπτονται αν απλωθεί η φωτιά υπάρχει κίνδυνος να περικυκλώσει το χωριό και έτσι να καταστρέψει το χωριό.  Αυτός ο άνθρωπος δεν πρέπει να έχει συναισθήματα για τον άλλο κόσμο που είναι γύρω του και στην ψυχή κατά βάθος να είναι κακός και να θέλει το κακό και όλων των συνανθρώπων του.  Τίποτα άλλο.»
.-

 [1]  Πλούσια πηγή πληροφοριών υπήρξαν τα δεδομένα μιας σειράς ερευνών που διεξήχθηκαν στο Αθηναϊκό Κέντρο Μελέτης του Ανθρώπου  και αφορούσαν στις ιδιαιτερότητες των αυτοαναφορικών μας κατασκευών οι οποίες αφορούν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τις ανθρώπινες σχέσεις, τις αξίες και τον προσανατολισμό ζωής και  αποτελούν το ψυχοκοινωνικό υπόβαθρο των συμπεριφορών, των συγκινησιακών μας αντιδράσεων και των προσωπικών και συλλογικών μας επιλογών.
Οι έρευνες αυτές αναφέρονται στο βιβλίο Οι τρείς ταυτότητες της Ελληνικής οικογένειας. Κατάκη, Χάρις (1984). Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Σειρά Ανθρώπινα Συστήματα.
[2]
Vasilliou V. & Vassiliou G. (1973).The implicative meaning of the Greek concept of filotimo. Journal of Cross       Cultural Psycology, 4,3.
Triadis, H., Vassiliou, V., Nassiakou, M. (1968).Three cross-cultural studies of subjective culture. Journal of Personality and Social Psycology, 8 4, 1-42.
Triadis, H., Vassiliou, V., Vassiliou G., Tanaka, Y & Shanmugam (1972). The analysis of Subjective Culture.  New York: John Willey and Sons.
[3]
Vasilliou V. & Vassiliou G. (1973).  The implicative meaning of the Greek concept of filotimo.  Journal of Cross        Cultural Psycology, 4,3.
[4]
Το μοντέλο των τριών οικοθεωριών βασίζεται στην ιδέα ότι στην σύγχρονη οικογένεια συνυπάρχουν και αλληλοσυγκρούονται οι αντιλήψεις για την οικογένεια οι οποίες αντιστοιχούν σε τρεις διαδοχικές μορφές οικογενειακής ζωής: την παραδοσιακή, την πυρηνική (της νεωτερικής-βιομηχανικής εποχής) και την υπό διαμόρφωση επικοινωνιακή-συναλλακτική (της μετανεωτερικής εποχής) μορφή οικογένειας.
Το θεωρητικό αυτό μοντέλο είναι χρήσιμο για τη κατανόηση της δυσκολίας μας να τοποθετούμε τον εαυτό μας απέναντι στις αντιφατικές αντιλήψεις που συνυπάρχουν μέσα μας και γύρω μας, τις εσωτερικές συγκρούσεις και τους φαύλους κύκλους που διοχετεύονται αναπόφευκτα στην επικοινωνία μας, αυξάνοντας τα προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά αδιέξοδα.
Κατάκη Χ., (1984).  Οι τρείς ταυτότητες της Ελληνικής οικογένεια. Εκδόσεις  Ελληνικά Γράμματα, Σειρά Ανθρώπινα Συστήματα.
Katakis Ch.(1990),Coexisting and Conflicting Self-Referential Conceptual Systems: A model for describing malfunctioning in the contemporary family-implications for therapy. Contemporary Family Therapy 12(4), σελ 339-362.
[5]
Doumanis , M.,  (1983).  Mothering in Greece: From Collectivism to Individualism.  New York: Academic Press.
Κατάκη Χ., (1984),  Οι τρείς ταυτότητες της Ελληνικής οικογένεια. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Σειρά Ανθρώπινα Συστήματα.
[6]
Polemi-Todoulou, M. (1981), Cooperation in Family and peer Group: A study of Independence in a Greek Island Community. Διδακτορική Διατριβή, Bryn Mawr College, Bryn Mawr, Pennsylvania. 
[7]
Χ. Κατάκη, Ε. Ρέππα, Γ. Σιγάλα, (2005).  Το Μωσαϊκό των Σύγχρονων Μορφών Συμβίωσης.  Νέες Προκλήσεις για την Οικογενειακή Θεραπεία.  Στο Χ. Κατάκη, Α. Ανδουτσοπούλου (επιμ.), Με χάρτη και πυξίδα: Αφηγήσεις συστημικής ψυχοθεραπείας, (2005). Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα,  Σειρά Ανθρώπινα Συστήματα.
[8]
  Κατάκη Χ., (1984),  Οι τρείς ταυτότητες της Ελληνικής οικογένεια, Σειρά Ανθρώπινα Συστήματα. Εκδόσεις  Ελληνικά Γράμματα,  113-119.
---
*H Χάρις Κατάκη είναι ιδρύτρια και πρόεδρος του Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων, με διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό και συγγραφικό έργο. Η έννοια της σύνθεσης υπήρξε  ο κεντρικός άξονας της θεωρητικής, ερευνητικής, θεραπευτικής και εκπαιδευτικής της  πορείας. Έχει αναπτύξει ένα Συνθετικό Μοντέλο Συστημικής Θεραπείας το οποίο εφαρμόζεται στην Ελλάδα εδώ και πολλές δεκαετίες από έναν μεγάλο αριθμό συστημικών θεραπευτών. Οι θεωρητικές θέσεις, η ερευνητική εργασία και οι εφαρμογές του μοντέλου έχουν παρουσιαστεί σε πολλές δημοσιεύσεις, βιβλία, διαλέξεις, σεμινάρια και  παρουσιάσεις σε συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό.