Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Ο σεξισμός στο αναρχικό κίνημα


Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα άρθρο γραμμένο από την αναρχο-φεμινίστρια Angela Beallor και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού "Νortheastern Anarchist" την άνοιξη του 2001. Η μετάφραση έγινε από εμάς, και η επιλογή της εικόνας επίσης.



Αυτό το άρθρο είναι μια προσπάθεια να προστεθεί κάτι στην συζήτηση η οποία λαμβάνει (ή μάλλον θα πρέπει να λάβει) χώρα γύρω από το θέμα του σεξισμού μέσα στα ίδια τα κινήματα που υποστηρίζουν ότι τον μάχονται. Ήταν μια δύσκολη διαδικασία να γίνει η διάκριση μεταξύ του σεξισμού μέσα στο αναρχικό κίνημα και του γενικότερου σεξισμού μέσα στην κοινωνία γιατί τόσες πολλές από τις επικρίσεις που μπορούν να διατυπωθούν κατά του αναρχικού κινήματος είναι κριτικές προς την ευρύτερη κοινωνία. Υπάρχει ένα κενό εκεί που θα έπρεπε να είναι οι κρίσιμες αναρχικές φεμινιστικές/αντισεξιστικές κριτικές, το οποίο έχει οδηγήσει στην απουσία διαλόγου και συμπαγών δράσεων γύρω από το θέμα του σεξισμού. Αυτή η κριτική θα βασιστεί πάνω σε πολλές αδυναμίες του Αναρχικού κινήματος, οι οποίες επιδεινώνονται γύρω από θέματα σεξισμού (και άλλων μορφών καταπίεσης). Υπάρχει μια συνοχή σκέψης και συμπαγών δράσεων την οποία οι αναρχικοί πρέπει να υιοθετήσουν ή να αναζητήσουν με σκοπό την καταπολέμηση του σεξισμού μέσα μας και του σεξισμού στην ευρύτερη κοινωνία.
Προκαλώντας Ιδέες και Συμπεριφορές

Το συνεχές ξεκινά με τις προσωπικές μας σκέψεις και συμπεριφορές. Μεγαλώνοντας σε μια σεξιστική κοινωνία εμποτίζεται μέσα μας η ιδέα πως οι γυναίκες είναι κατώτερες των αντρών. Αν αυτές οι ιδέες δεν αμφισβητηθούν πλήρως, σε κάθε άποψη της ζωής μας, σε κάθε λεπτό που περνάει, τότε αυτές οι ιδέες αφήνονται να ανθίσουν στην συμπεριφορά μας. Πολλές μπορεί να νιώθουν πως αυτό είναι ένα προφανές σημείο, αλλά όπως έγραψε ο Kevin Powell σε ένα πρόσφατο άρθρο του, «Κάθε μέρα παλεύω με τον εαυτό μου να μην χρησιμοποιώ γλώσσα καταπίεσης των φύλων, να δω τον σεξισμό σύμφυτο σε κάθε όψη της Αμερικής, να αμφισβητήσω όλες τις αδικίες, όχι μόνο αυτές που είναι βολικές για μένα.»
Ο αντί-σεξισμός δεν είναι απλά το να πολεμάμε τις εμφανείς μορφές σεξισμού – βίαιος βιασμός, ενδοοικογενειακή βία, απροκάλυπτα σεξιστικές λέξεις – είναι επίσης και το να αμφισβητούμε τις σχέσεις μας, τις ιδέες που δημιουργούν την κουλτούρα του βιασμού, τον τρόπο που κοινωνικοποιούνται οι άνθρωποι, κλπ. Αυτά δεν είναι βολικά θέματα για να τα μαχόμαστε γιατί περιλαμβάνουν το βαθύ σκάψιμο μέσα μας, να ταξιδέψουμε πίσω στην εξέλιξη μας, και να αφιερώσουμε χρόνο στην δύσκολη διαδικασία της αυτό-αλλαγής. Πρέπει να αμφισβητήσουμε τις ιδέες και τις συμπεριφορές που προωθούν τον σεξισμό σε άλλους άνδρες και αποξενώνουν τις γυναίκες – τόσο σε προσωπικές σχέσεις όσο και σε οργανώσεις.
Το να αναγνωρίσουμε πως η δουλειά του αντί-σεξισμού είναι μια βαθιά, σκληρή διαδικασία είναι πολύ σημαντικό αλλά ένα σημείο που πολλές παραμελούν. Πολύ συχνά άντρες που είναι πραγματικά εναντίον του σεξισμού αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν και να αμφισβητήσουν τον σεξισμό που βρίσκεται μέσα τους. «ΕΙΜΑΙ αντί-σεξιστής,» ανακηρύττουν. Αλλά το λένε τόσο δυνατά που αποτυγχάνουν να ακούσουν τις φωνές των γυναικών. Γίνεται μια ταμπέλα που την επιδεικνύουν περίτρανα παρά μια σοβαρή και δύσκολη διαδικασία. Μην με παρεξηγείται, αν ένας άντρας είναι όντως αντί-σεξιστής, χρειάζεται να το εκθέσει, αλλά αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τις πράξεις του και στις εξηγήσεις του για την σημερινή μας πραγματικότητα – ειδικότερα προς τους άλλους άντρες. Οι άντρες πρέπει να γίνουν παραδείγματα για την αμφισβήτηση των mainstream εννοιών της αρρενωπότητας και αυτό απαιτεί κάτι παραπάνω από μια απλή ταμπέλα.
Ωστόσο, συχνά προκύπτουν περιπλοκές, όταν γυναίκες αμφισβητούν «αντί-σεξιστές» άντρες. Οι άντρες γίνονται αμυντικοί όταν οι γυναίκες επικρίνουν τις καταπιεστικές και σεξιστικές τους συμπεριφορές. Αντί να ακούσουν και να επωφεληθούν από την κριτική, παίρνουν μια αμυντική στάση και οι φωνές των γυναικών αγνοούνται για μια ακόμη φορά. Κανείς δεν είναι υπεράνω για να αμφισβητηθεί, καθώς δεν πρέπει να υπάρχει περιττή ιεραρχία. Η απουσία δυνατής κριτικής και αυτό-κριτικής μέσα στο αναρχικό κίνημα είναι το πρώτο πρόβλημα που στη συνέχεια επιδεινώνεται όταν εφαρμόζεται σε θέματα σεξισμού και άλλων μορφών καταπίεσης. Οι γυναίκες πρέπει πραγματικά να ακούγονται και, αν οι κριτικές είναι βάσιμες, οι άντρες πρέπει να αναζητούν να αλλάξουν τις σκέψεις και τις πράξεις τους.

Πολιτική Μελέτη

Η κατανόηση του σεξισμού είναι σημαντική για όλους στο αναρχικό κίνημα. Ωστόσο, ως γυναίκα, δεν είναι καθήκον μου να απαντάω συνέχεια στις ερωτήσεις ή να ενημερώνω τους άντρες στο πως επηρεάζει ο σεξισμός την ζωή μου. Πολλές αναρχικές ομάδες έχουν ήδη ένα πρόγραμμα ή πρότζεκτ που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αποκτήσουν μια καλύτερη κατανόηση του σεξισμού χωρίς την επιβάρυνση των γυναικών με το καθήκον της εξήγησης της ζωής μας: η ομάδα πολιτικής μελέτης. Πότε ήταν η τελευταία φορά που εσύ ή η ομάδα σου διαβάσατε κάτι για τις γυναίκες, τον σεξισμό, τον φεμινισμό, ή την απελευθέρωση των γυναικών;
Πολλές φορές, και το έχω πράξει και εγώ αυτό, νιώθουμε πως αναγνώσεις για θέματα γυναικών δεν είναι τόσο σημαντικά όσο αναγνώσεις για τον καπιταλισμό ή τον αναρχισμό ή την αντί-αποικιακή πάλη, κλπ. Πρέπει να σταματήσουμε να θεωρούμε την απελευθέρωση των γυναικών σαν ένα δευτερεύον πρότζεκτ ή θέμα και να το δούμε σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της απελευθερωτικής πάλης. Αυτά τα γραπτά δεν χρειάζεται να είναι συγκεκριμένα Αναρχικά ή ακόμη και επαναστατικά για να μας προσφέρουν καλές ιδέες. Πότε ήταν η τελευταία φορά που διαβάσατε κάτι από τους Audre Lorde, Bell Hooks, Barbara Smith, Angela Davis, Patricia Hill Collins, ή την Emma Goldman; Πρέπει να πάρουμε την πρωτοβουλία να διαβάσουμε αυτό που έχουν τοποθετήσει μπροστά μας οι γυναίκες.

Ενθαρρύνοντας τις Γυναίκες

Από τότε που ήμουν μικρό κορίτσι, είχα κοινωνικοποιηθεί έτσι ώστε να νιώθω κατώτερη των αντρών. Είχα κοινωνικοποιηθεί έτσι ώστε να αναγνωρίζω την «θέση» μου στην κοινωνία, και αυτή δεν ήταν στο να συμμετέχω σε ίσο διάλογο με τους άντρες, σίγουρα όχι σε κάποιου είδους πολιτικής, και προφανέστατα όχι σε οποιουδήποτε είδους πρώτης γραμμής στην απελευθερωτική πάλη. Συχνά κοιτάω τριγύρω μου σε συζητήσεις και εκδηλώσεις (που δεν είναι γυναικο-κεντρικές) και βλέπω πως είμαι μια από τις λίγες γυναίκες που συμμετέχουν ή ακόμα χειρότερα, η μοναδική γυναίκα εκεί. Εναλλακτικά, ακόμα και όταν υπάρχουν πολλές γυναίκες στο δωμάτιο, ανακαλύπτω πως είμαι η μόνη γυναίκα που συμμετέχει στον διάλογο.
Όταν εξετάζουμε την συμμετοχή των γυναικών στον πολιτικό αγώνα, πρέπει να εξετάσουμε τα βαθύτερα αίτια. Οι γυναίκες έχουμε κοινωνικοποιηθεί έτσι ώστε να βλέπουμε την πολιτική σαν κάτι εξωτερικό του βασιλείου μας. Όταν η πολιτική είναι ριζοσπαστική ή επαναστατική, το επίπεδο του εκφοβισμού αυξάνεται. Εξαιτίας αυτής της πραγματικότητας, πρέπει να αφιερώσουμε πολύ χρόνο και ενέργεια στην δημιουργία ενός πιο αντί-σεξιστικού/υπέρ των γυναικών κίνημα. Πρέπει να ξεκινήσουμε με την συμμετοχή περισσότερων γυναικών στις οργανώσεις και τα κινήματα μας. Αυτό περιλαμβάνει πρώτα την τοποθέτηση του σεξισμού ως ένα από τα κύρια σημεία της οργάνωσης παράλληλα με τα άλλα θέματα που επηρεάζουν τις γυναίκες (και όλους τους ανθρώπους) : ρατσισμός, ετεροσεξισμός, διακρίσεις με βάση τις ικανότητες, αποικιοκρατία, και ταξική καταπίεση. Ενώ δεν μπορούμε να εναποθέσουμε όλη την ενέργεια μας σε όλα αυτά τα προβλήματα με την μία, πρέπει να εγγυηθούμε πως αντιμετωπίζουμε ολιστικά όλα αυτά τα θέματα μέσα στο επίκεντρο μας. Επίσης, πρέπει να στρατολογήσουμε ενεργά γυναίκες στις οργανώσεις μας. Αυτό παίρνει διάφορες μορφές όπως η παρουσία μας σε συγκεντρώσεις γυναικών, σταθερή προσέγγιση προς τις γυναίκες και συμμετοχή σε γυναικο-κεντρικούς αγώνες.
Απ’ την στιγμή που θα υπάρχουν γυναίκες στις οργανώσεις μας, πρέπει να κοιτάξουμε το επίπεδο συμμετοχής των γυναικών μέσα στις οργανώσεις. Εμπλέκομαι με την πολιτική εδώ και 7+ χρόνια. Αλλά μόνο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο συμμετέχω πλήρως. Και αυτό επειδή έπρεπε να μάθω πως μπορούσα να μιλήσω σε συζητήσεις, πως μπορούσα να συμβάλω με ουσιώδεις και θετικούς τρόπους, και πως είναι ο χώρος μου στον οποίο θα συμβάλω και θα συμμετέχω. Έπρεπε να ξεπεράσω τον εκφοβισμό που ένιωθα όταν εργαζόμουνα με άντρες που τους έδινα κύρος και τους σεβόμουν. Έπρεπε να αποβάλω τις ψυχολογικές αλυσίδες που με κρατούσαν πίσω.
Ορισμένοι παράγοντες συνέβαλαν για αυτή την αλλαγή. Ένας αγαπητός σύντροφος με βοήθησε να αντιληφθώ πως είμαι πλήρως ικανή να συμμετέχω και πως κανείς δεν μπορεί να πει το αντίθετο. Για αυτόν, ήταν κρίσιμο το να συμμετέχω σε ένα ισότιμο επίπεδο και έβαλε μεγάλο μέρος του χρόνου και της ενέργειας του ενθαρρύνοντας με. Θα ήθελα πολύ να δω περισσότερους άντρες να αναλαμβάνουν αυτό το έργο. Τότε, το επίπεδο της δέσμευσης μου, της σοβαρότητας, και της αίσθησης της ευθύνης για την απελευθερωτική πολιτική με ανάγκασαν να τοποθετήσω το επίπεδο της συμμετοχής μου πάνω από την αίσθηση της άνεσης μου. Αυτό δεν ήταν ένα εύκολο έργο και ήταν κάτι για το οποίο παλεύω ακόμα και σήμερα. Αυτό είναι κάτι το οποίο όλοι μας πρέπει να το παλέψουμε μέσα μας – οι άντρες μπορούν να βοηθήσουν τις γυναίκες να φτάσουν σε αυτό το σημείο μεταχειρίζοντας τες με ισότητα και σεβασμό. Πρέπει επίσης να αναλύσουμε τις οργανωτικές μας συμπεριφορές. Ενθαρρύνουμε με συνέπεια γυναίκες να αναλαμβάνουν ηγετικές θέσεις; Κυρίως άντρες ή γυναίκες είναι αυτοί που παίρνουν θέση στις ομιλίες; Ποιος μιλά στις συζητήσεις; Ποιος διευκολύνει τις συζητήσεις; Ποιος κάνει τις εργασίες για τις οργανώσεις και ποιος παίρνει τον έπαινο για αυτές; Πρέπει να είμαστε πολύ οξυδερκείς για άντρες που μιλάνε πάνω απ’ τις γυναίκες, που ακυρώνουν και/ή αγνοούν τα λόγια και τις συμβολές μιας γυναίκας.
Πρέπει όλοι μας να κάνουμε μια παραπάνω προσπάθεια να κοιτάξουμε την δυναμική των φύλων, των λειτουργιών και των συναντήσεων μας. Χωρίς την άμεση ηγεσία των γυναικών σε οποιοδήποτε κίνημα, οι σημαντικές φωνές μας μένουν έξω από τον διάλογο και τον αγώνα ενάντια στον σεξισμό.

Αναρχικές Οργανωτικές Δομές

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για το αναρχικό κίνημα είναι η δημιουργία βιώσιμων αντί-αυταρχικών δομών για τις οργανώσεις μας. Παλεύουμε να δημιουργήσουμε νέες ιδέες οργάνωσης από τα παραδείγματα που έχουμε και μέσω νέων ιδεών και καινοτομιών. Όχι μόνο προσπαθούμε να οργανώσουμε το κίνημα μας σε μια αναρχική μόδα αλλά είναι επίσης ένα πεδίο δοκιμών για μια μέλλουσα κοινωνία.
Ο αναρχισμός αναζητά να δημιουργήσει μια κοινωνία βασισμένη σε μια μεγάλη αίσθηση προσωπικής υπευθυνότητας και λογοδοσίας με τον εαυτό μας και μεταξύ μας. Θέλουμε μια κοινωνία βασισμένη στην αμοιβαία βοήθεια και στον κοινοτισμό. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με αυθόρμητες δραστηριότητες – πρέπει να είναι το αποτέλεσμα μιας εξαιρετικά οργανωμένης κοινωνίας βασισμένη σε δημοκρατικές, αποκεντρωμένες δομές. Ελπίζω το αναρχικό κίνημα να αντιληφθεί την αναγκαιότητα της επεξεργασίας νέων δομικών ιδεών για τις οργανώσεις μας και για μια νέα κοινωνία. Ξέρω πως πολλοί νιώθουν πως η δημιουργία δομών έρχεται εγγενώς σε αντίθεση με τις ιδέες και τις πεποιθήσεις του Αναρχισμού. Θα έλεγα πως το να μην κάθεσαι κάτω να διαμορφώσεις δημοκρατικές δομές είναι σε αντίθεση με τις ιδέες και τις πεποιθήσεις του αναρχισμού.
Η Jo Freeman έγραψε στο ‘Η Τυραννία της μη-δομικότητας (Structurelessness)’ πως «Η ιδέα της μη-δομικότητας δεν αποτρέπει την δημιουργία ανεπίσημων δομών, παρά μόνο επίσημων. Ένα ‘laissez-faire’ ιδανικό για την δομή ομάδων μετατρέπεται σε έναν ψεύτικο μανδύα για τους δυνατούς ή τους τυχερούς που θα δημιουργήσουν αδιαμφισβήτητη ηγεμονία έναντι των άλλων. Έτσι η μη-δομικότητα γίνεται ένας τρόπος να αποκρυφτεί η εξουσία. Όσο η δομή της ομάδας είναι ανεπίσημη, οι κανόνες βάσει των οποίων βγαίνουν οι αποφάσεις είναι γνωστοί μόνο στους λίγους, και η επίγνωση της εξουσίας περιορίζεται σε αυτούς που ξέρουν τους κανόνες.»
Η μη-δομικότητα είναι πολλές φορές ένα μέσο διαιώνισης του σεξισμού, του ρατσισμού και της ταξικής διαστρωμάτωσης. Αν οι άντρες έχουν κοινωνικοποιηθεί έτσι ώστε να είναι ηγέτες και οι γυναίκες όχι, τότε δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε ποιοι θα αναπτύσσονταν σε ηγέτες σε μια οργάνωση χωρίς δομές. Η έλλειψη δομής δεν παρέχει κανένα μέσο εξισορρόπησης αυτών με ορισμένα προνόμια με εκείνους που καταπιέζονται. Πρέπει να δημιουργήσουμε οργανωτικές δομές που να μας προστατεύουν εγγενώς από αυτές τις μορφές των ανισσόροπων εξουσιών.
Στην διαμόρφωση Αναρχικών οργανωτικών δομών, πρέπει επίσης να διαμορφώσουμε δομές που να αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα τον σεξισμό μέσα στις οργανώσεις μας. Ένα πολύ ευαίσθητο θέμα που πρέπει να αναφέρουμε είναι η σεξουαλική κακοποίηση (και η ενδοοικογενειακή βία). Έχω ακούσει πολλές καταστάσεις στις οποίες ένα πολιτικά ενεργό αρσενικό έχει κακοποιήσει σεξουαλικά σύντροφο ακτιβιστή. Θα ήταν αδύνατο να προγραμματίσουμε όλα τα βήματα για την αντιμετώπιση τέτοιων ειδών καταστάσεων – ειδικά αν πάρουμε σαν δεδομένο πως ο επιζών της σεξουαλικής επίθεσης θα πρέπει σε μεγάλο βαθμό να ελέγχει το τι θα συμβεί – αλλά χρειαζόμαστε έναν σκελετό των βημάτων για να χειριστούμε μια τέτοιου είδους κατάσταση. Μέλη οποιωνδήποτε οργανώσεων πρέπει όλοι να έχουν την πολιτική εκπαίδευση τόσο για τον βιασμό όσο και για την σεξουαλική κακοποίηση και το πώς να χειρίζονται την κατάσταση όταν αυτοί ή κάποιοι που ξέρουν έχουν πέσει θύματα βιασμού. Οι οργανώσεις πρέπει να έχουν ένα πλαίσιο ώστε να μην ψάχνονται όταν συμβαίνει μια σεξουαλική κακοποίηση. Το να μην υπάρχει ένα πλαίσιο θα μπορούσε να αφήσει τον επιζόντα με λίγη ή και καθόλου υποστήριξη από αυτούς που θα έπρεπε να παρέχουν όση υποστήριξη θέλει αυτή ή αυτός.
Τι μπορούν να κάνουν οι αναρχικές οργανώσεις σε αυτές τις καταστάσεις; Τι κάνουμε εάν κάποιος από εμάς κακοποιηθεί σεξουαλικά; Τι κάνουμε εάν κάποιος από εμάς έχει κακοποιήσει σεξουαλικά κάποιον άλλον; Τι κάνουμε αν και οι δύο πλευρές είναι στην οργάνωση μας; Προκαλώ όλες τις οργανώσεις να αναλογιστούν πως μπορούν να αποτρέψουν την σεξουαλική κακοποίηση πριν καν αυτή γίνει, πώς να την αντιμετωπίσουν αν αυτή υπάρξει, και πώς να υποστηρίξουν τους επιζώντες μιας σεξουαλικής κακοποίησης στο μέγιστο δυνατό βαθμό.
Αναλαμβάνοντας τους Αγώνες των Γυναικών
Ο αγώνας ενάντια στον σεξισμό είναι ο αγώνας όλων. Τους επηρεάζει όλους: τους άντρες, τις γυναίκες και τους τρανσέξουαλ. Είναι ειδικότερα σημαντικό οι αντί-σεξιστές άντρες, οι οποίοι επωφελούνται από τον σεξισμό, να αναλαμβάνουν τον αγώνα για την απελευθέρωση των γυναικών. Όπως και είναι ειδικά σημαντικό οι λευκοί άνθρωποι να αφιερώνουν τους εαυτούς τους στον αντί-ρατσιστικό αγώνα και οι ετεροφυλόφιλοι να αφιερώνουν τους εαυτούς τους στον αντί-ομοφοβικό/ετεροσεξουαλικό αγώνα, έτσι και οι άντρες πρέπει να αφιερώνουν ένα σημαντικό κομμάτι του χρόνου τους στον αντί-σεξιστικό αγώνα.
Για τους αναρχικούς άντρες, το ερώτημα είναι, εμπλέκεστε σε αγώνες αυθόρμητους των γυναικών, που οδηγούνται και οργανώνονται από γυναίκες, και στοχεύουν κυρίως άλλες γυναίκες; Αν όχι, γιατί; Έχω ακούσει την δικαιολογία πως πολλοί από τους αγώνες είναι «υπερβολικά ρεφορμιστικοί.» Σε μερικές περιπτώσεις αυτή είναι η κριτική μου επίσης αλλά δεν βλέπω έναν επαναστατικό αγώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες να είναι ικανός να βοηθήσει τις γυναίκες με τους τρόπους που κάνουν αυτά τα κινήματα. Η απάντηση δεν είναι να αγνοήσουμε αυτά τα κινήματα, αλλά να χτίσουμε νέα κινήματα μέσα ή έξω από τα ήδη υπάρχουσα. Δημιουργούν οι αναρχικοί εναλλακτικές δομές για τους επιζήσαντες σεξουαλικής κακοποίησης; Είμαστε ικανοί να βοηθήσουμε κακοποιημένες γυναίκες με επαναστατικό τρόπο σε αυτό το καιρικό σημείο;
Άλλοι αποπέμπουν τον αντί-σεξιστικό αγώνα σαν «δουλειά των γυναικών.» Άλλοι δεν βλέπουν τον αντί-σεξιστικό αγώνα σαν κεντρικό τομέα του αγώνα για απελευθέρωση. Άλλοι πιστεύουν πως μπορούμε να εξετάσουμε τον σεξισμό αφού συμβούν οι επαναστατικές αλλαγές. Οι αναλύσεις αυτές πρέπει να αλλάξουν. Αν πραγματικά θέλουμε μια ισότιμη κοινωνία τότε πρέπει να ξεκινήσουμε να δημιουργούμε ένα πιο δίκαιο κινηματικό πλαίσιο για την φυλή, την τάξη, το φύλο και την σεξουαλικότητα. Πρέπει να κάνουμε το αναρχικό κίνημα ένα γυναικείο κίνημα. Αν επιθυμούμε το τέλος του σεξισμού, η δουλειά μας έπρεπε να είχε ξεκινήσει χθες.
Πάντα Εμπρός, Ποτέ προς τα Πίσω
Οι αναρχικοί έχουν συνήθως μια καλή ανάλυση για τον σεξισμό ο οποίος είναι «ένα πλέγμα πρακτικών, θεσμών, και ιδεών που έχουν σαν συνολικό αποτέλεσμα να δίνετε μεγαλύτερη εξουσία στους άντρες απ’ ότι στις γυναίκες.» Ξεκινώντας με μια θεσμική ανάλυση είναι σωστό, ωστόσο, πρέπει να το μεταφράσουμε αυτό στις δικές μας σκέψεις και πρακτικές. Μόνο τότε μπορούν όλοι οι αναρχικοί να δουλέψουν μαζί πιο αποτελεσματικά (τουλάχιστον μέσα στο πλαίσιο του φύλου, αλλά πρέπει να αντιμετωπίσουμε και την ομοφοβία, τον ρατσισμό και τα ταξικά θέματα). Για να δημιουργήσουμε μια ισότιμη κοινωνία, το κίνημα μας πρέπει να είναι ισότιμο, και στην παρούσα φάση δεν είναι. Στην προσπάθεια μας να δημιουργήσουμε επαναστατική αλλαγή πρέπει να ξεκινήσουμε σήμερα την αμφισβήτηση της σεξιστικής, ρατσιστικής, και ετεροσεξουαλικής καπιταλιστικής κοινωνίας μας. Αυτό σημαίνει να αμφισβητήσουμε αυτά που βρίσκονται μέσα μας, στις οικογένειες μας, στις γειτονιές μας, στις κοινότητες μας και στα κινήματα μας. Όπως είπε ο Kevin Powell, «Όπως ακριβώς νιώθω ότι οι λευκοί χρειάζεται να είναι πιο κραυγαλέοι κατά του ρατσισμού στις κοινότητες τους, νιώθω πως οι άντρες είναι αυτοί που χρειάζεται να μιλούν πολύ και δυνατά εναντίον του σεξισμού μεταξύ τους.»
Το Αναρχικό κίνημα πρέπει να είναι πιο ομιλητικό και δραστήριο στον αγώνα εναντίον του σεξισμού. Οι ζωές όλων μας εξαρτάται από αυτό.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

11 Πράγματα που δεν ξέρουμε... και άρα μπορούμε να τα συζητάμε αδιάκοπα


Toυ Νίκου Δήμου


1. Υπάρχει Θεός;


Δεν έχουμε καμία τελεσίδικη λογική απόδειξη για την ύπαρξη Θεού ή Θεών. Όλες οι αποδείξεις καταρρίφθηκαν από τον Κάντ κι έκτοτε δεν αναβίωσε καμία τους (παρά μόνο σε ορισμένα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια θρησκευτικών). Οι αποδείξεις αναφέρονταν στην παραδοσιακή έννοια του Θεού όπως την διαμόρφωσαν οι μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός και Ισλάμ). Σύμφωνα με αυτές ο Θεός ήταν ο δημιουργός του κόσμου, άναρχος, παντοδύναμος και πανάγαθος.

Το ερώτημα αν υπάρχει κάποια αφηρημένη κοσμολογική δύναμη, απρόσωπη και αδιάφορη προς τα ανθρώπινα (όπως έλεγε ο Επίκουρος) ανήκει στο χώρο των φυσικών επιστημών – αλλά ούτε από εκεί έχει προκύψει κάποια ένδειξη.

Γνωρίζοντας την αδυναμία λογικής απόδειξης ο Πασκάλ επικαλέστηκε το συναίσθημα. «Η καρδιά έχει τη δική της λογική που η λογική δεν την γνωρίζει». Όμως το συναίσθημα, η διαίσθηση, η πίστη, είναι εντελώς υποκειμενικά. Μία λογική απόδειξη δεσμεύει και τους άλλους – αλλά το τι νιώθω, αφορά μόνον εμένα.

Ένα σόφισμα που χρησιμοποιούν οι πιστοί είναι να ζητάνε απόδειξη για την μη ύπαρξη του Θεού. Αλλά μόνο η ύπαρξη αποδεικνύεται – δεν είναι λογικά δυνατόν να αποδείξεις πως κάτι δεν υπάρχει. Τα μη υπαρκτά είναι εξ ορισμού άπειρα…


2. Υπάρχει «Σχέδιο»;

Ναι, θα έλεγε ο Δαρβίνος, υπάρχει μία λογική στην εξέλιξη των ειδών – αλλά αυτή είναι αιτιολογική και όχι τελεολογική. Κατευθύνεται δηλαδή από τις αιτίες κι όχι από τους σκοπούς. Κάτι αλλάζει επειδή αλλάζουν οι συνθήκες και για να επιβιώσει ένα ον πρέπει να προσαρμοστεί σε αυτές. Έτσι λοιπόν η ζωντανή έμβια ύλη (άρα και ο άνθρωπος) υπακούει, όπως και η ανόργανη, σε ένα αιτιοκρατικό πλάνο. Οι οπαδοί του ευφυούς σχεδιασμού (intelligent design) προσπαθούν να εισάγουν την έννοια του Θεού από την πίσω πόρτα, υποστηρίζοντας ότι η εξέλιξη κατευθύνεται, βάσει σχεδίου, από μία ανώτερη δύναμη προς ένα τελικό σκοπό. Ως τώρα δεν εμφανίστηκε ούτε μία επιστημονική ένδειξη για αυτή την άποψη.


3. Υπάρχει «Νόημα»;

Συναφές προς το προηγούμενο ερώτημα είναι και το περί νοήματος. Γιατί υπάρχουμε; Τι νόημα έχει η παρουσία μας στον κόσμο; Γιατί γεννιόμαστε (χωρίς να ερωτηθούμε) γιατί γερνάμε και – κυρίως – γιατί πεθαίνουμε; Το μέγα παράλογο (absurde). «Ο άνθρωπος ρωτάει – ο κόσμος δεν απαντάει» γράφει ο Καμύ. Η ύπαρξη κάθε ενός, τόσο σημαντική για τον ίδιο, αποτελεί ένα απειροελάχιστο τυχαίο γεγονός μέσα σε ένα τεράστιο σύμπαν. Ο Σοπενχάουερ βλέπει την ανθρώπινη ύπαρξη σαν μία εκδήλωση της παντοδύναμης κοσμικής βούλησης (der Wille) που εντελώς τυφλή ενδιαφέρεται μόνο για την  διαιώνιση και συνέχειά της.


4. Υπάρχει Αλήθεια;

Ο Καντ έγραψε ότι για να είναι αληθής μία πρόταση πρέπει να είναι αναγκαστικής και παγκόσμιας ισχύος. (Notwendig und Allgemeingültig). Αλλά τέτοιες προτάσεις είναι μόνον οι ταυτολογικές (a priori). Π. χ.: κάτι σιδερένιο είναι από σίδερο. Οι εμπειρικές, που εισάγουν κάποιο πρόσθετο στοιχείο, μπορεί πάντα να είναι λανθασμένες. Όπως είπε ο Popper, η πρόταση: «Όλοι οι κύκνοι είναι άσπροι» ισχύει μόνο εφόσον δεν έχει εμφανιστεί ένας μαύρος κύκνος. Κι επειδή η εμπειρία δεν τελειώνει ποτέ, όλες οι αλήθειες – και οι επιστημονικές – είναι προσωρινές. Έτσι στην επιστήμη δεν μιλάμε για επαλήθευση αλλά για επιβεβαίωση. Η δε επιστημονική πρόοδος δεν συντελείται με αποδείξεις, αλλά με διαψεύσεις. Είναι η αρχή της διαψευσιμότητας (falsifiability) που διατύπωσε  o Popper. Γι' αυτόν επιστημονική είναι μόνο μία πρόταση που μπορεί να διαψευσθεί – δηλαδή που περιέχει τα κριτήρια για τον έλεγχό της. Ο στίχος από ένα ποίημα, ή μία θρησκευτική μυστική εμπειρία δεν υπόκεινται σε έλεγχο εγκυρότητας. Λειτουργούν αλλιώς.

5. Υπάρχει Ψυχή;

Θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε την επιχειρηματολογία περί Θεού. Δεν έχουμε καμία επιστημονική ένδειξη για την ύπαρξη ψυχής. Ξέρουμε πώς γεννήθηκε η έννοια – η διαφορά του ζωντανού από το νεκρό σώμα ήταν η ύπαρξη αναπνοής. Με την τελευταία ανάσα έφευγε και η ζωή (παραδίδει το πνεύμα). Η αρχική σημασία της λέξης ήταν ανάσα, πνοή και κατ’ επέκτασιν, στα αρχαία, ζωή. Ο διαχωρισμός της ψυχής από το σώμα (δηλαδή η διάσπαση του ζωντανού όντος σε δύο) έγινε αργότερα, κυρίως από τον Πλάτωνα που εισάγει τον δυισμό και ονομάζει το σώμα «τάφο της ψυχής». Από κει είναι ένα βήμα ως τον Χριστιανισμό που καλλιεργεί τον πλατωνικό δυισμό, εισάγει την εβραϊκή έννοια της αμαρτίας και την συνδέει με το «ακάθαρτο» σώμα ενώ προσπαθεί να σώσει την ψυχή. Η οποία τελικά μάλλον αποτελεί μία γλωσσολογική παρεξήγηση.


6. Υπάρχει μετά θάνατον ζωή;

Αν δεν υπάρχει ψυχή, αν ο άνθρωπος είναι μία ενιαία ενότητα, δεν υπάρχει κάτι που να επιβιώνει όταν το σώμα πεθαίνει και αποσυντίθεται. Ο Παράδεισος και η Κόλαση, η μέλλουσα ζωή, τα ουρί και πιλάφια, η Βασιλεία των Ουρανών είναι μελλοντολογικές υποσχέσεις των θρησκειών για να ελέγχουν και να παρηγορούν τους πιστούς.


7. Υπάρχει ελεύθερη βούληση;

Ο Καντ γράφει για την Ελευθερία ότι είναι απόλυτα απαραίτητη (υπογραμμίζει την Unentbehrlichkeit) αλλά και απόλυτα ακατανόητη (Unbegreiflichkeit). Θα έπρεπε να βρεθεί «ένας νόμος της αιτιότητας μέσω ελευθερίας». (Ein Gesetz der Kausalität durch Freiheit).

Η έννοια της ελεύθερης βούλησης είναι ασυμβίβαστη με την επιστήμη και ιδιαίτερα με την ψυχιατρική. Μία απόφαση χωρίς αίτια, χωρίς κίνητρα, (αυτό σημαίνει ελεύθερη) θα ήταν αδύνατο να ερευνηθεί ή ακόμα και να κατανοηθεί. Θα ανήκε στον χώρο της μεταφυσικής – από τον οποίο έτσι κι αλλιώς προέρχεται η ιδέα μίας ελεύθερης βούλησης.

Η ιστορία του προβλήματος της ελεύθερης βούλησης ή αυτεξούσιου – όπως αποκαλείται σήμερα – είναι η προσπάθεια να διασωθεί φιλοσοφικά μία θεολογική σύλληψη. Το πρόβλημα της ελευθερίας δεν υπήρχε στην αρχαία ελληνική σκέψη. Έχει τις ρίζες του στην χριστιανική θεολογία. Η Θεοδικία απαιτεί μία εξήγηση για την παρουσία του πόνου, της οδύνης και του κακού στον κόσμο. Πώς συμβιβάζεται με την έννοια ενός παντοδύναμου, πανάγαθου και παντογνώστη Θεού; Η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου είναι μία δικαιολογία. Ο άνθρωπος φέρνει το κακό στον κόσμο.


8. Υπάρχει το ασυνείδητο; (Ή υποσυνείδητο)

Ο Popper γράφει ότι η ψυχανάλυση δεν είναι επιστήμη επειδή οι γνωστικές προτάσεις της δεν μπορούν ούτε να επιβεβαιωθούν, ούτε να διαψευσθούν. Ανήκουν περισσότερο στον χώρο της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας (ή – κατά άλλους – της θρησκείας). Ο ίδιος ο Freud στο τελευταίο του βιβλίο Abriss der Psychoanalyse (Επιτομή ή Περίληψη της Ψυχανάλυσης) γράφει ότι η Ψυχανάλυση ξεκινάει από δύο βασικές προϋποθέσεις (Grundvoraussetzungen) των οποίων η συζήτηση επαφίεται στη φιλοσοφική σκέψη. Πρόκειται δηλαδή για φιλοσοφικές ή μάλλον μεταφυσικές προϋποθέσεις και όχι για επιστημονικές θεωρίες που μπορούν να ελεγχθούν πειραματικά. Η πιο σημαντική από αυτές αφορά την ύπαρξη του υποσυνείδητου.

Οι μεταφυσικές-θρησκευτικές ρίζες της ψυχανάλυσης εξηγούν τον δογματισμό της και την διάσπασή της σε διάφορες αντιμαχόμενες σχολές ή αιρέσεις – πράγμα που σπάνια συμβαίνει στον χώρο της επιστήμης.


9. Υπάρχει εξωγήινη ζωή και νοημοσύνη;

Στατιστικά, μέσα σε δισεκατομμύρια πλανητικά συστήματα δεν είναι διόλου απίθανο κάπου να υπήρξαν ή να υπάρξουν οι ίδιες προϋποθέσεις που οδήγησαν στην εμφάνιση ζωής και νοημοσύνης στην γη. Αυτό που είναι μάλλον απίθανο (και πάλι στατιστικά) είναι να το αντιληφθούμε. Να συμπέσουμε δηλαδή χρονικά και τοπικά (σε ένα ταχύτατα διαστελλόμενο σύμπαν με αποστάσεις εκατομμυρίων ετών φωτός) ώστε να επικοινωνήσουμε…


10. Υπάρχει ιστορική αντικειμενικότητα και ακρίβεια;

Η ιστορία, έλεγε ο Kant, είναι ένας τεράστιος σωρός, ένας λόφος από γεγονότα. Ο κάθε ιστορικός πάει εκεί, επιλέγει μερικά από τον σωρό, τα συνθέτει και κατασκευάζει μία ιστορική πραγματικότητα. Αυτό άλλωστε συμβαίνει και στην καθημερινή ζωή: οι αφηγήσεις διάφορων ρεπόρτερ ή και αυτοπτών μαρτύρων διαφέρουν συχνά τόσο ώστε να αναρωτιέσαι αν παρακολούθησαν το ίδιο συμβάν.

Βέβαια και στην ιστορία η αντιπαραβολή διάφορων αφηγήσεων και ερμηνειών οδηγεί κάποτε σε επιβεβαίωση και υπάρχουν πάντα οι πιο έγκυρες εκδοχές. Δυστυχώς όμως συχνά κυριαρχεί η «ιδεολογική χρήση της ιστορίας» (Φίλιππος Ηλιού) όπου τα ιστορικά γεγονότα επιλέγονται σκόπιμα ή και διαστρεβλώνονται εκ των υστέρων προκειμένου να δικαιώσουν πολιτικές αποφάσεις, ή εθνικές διεκδικήσεις. Πρόσφατα το ζήσαμε αυτό στο «Μακεδονικό». Επίσης τα έθνη συντηρούν για λόγους σκοπιμότητας «εθνικούς μύθους» που βασίζονται σε ανύπαρκτα ή παραποιημένα γεγονότα για να διατηρούν το «εθνικό φρόνημα». Όλα αυτά δείχνουν γιατί συχνά η ιστορία γίνεται αντικείμενο συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων – πράγμα π. χ. αδιανόητο για την φυσική.


11. Υπάρχουν πράγματα που δεν θα μάθουμε ποτέ;

Ο Emil Du Bois Reymond μέγας Γερμανός φυσιολόγος και ανατόμος είχε κάποτε διατυπώσει την ρήση: Ignoramuset ignorabimus (αγνοούμε και θα αγνοούμε) αναφορικά με αυτά που ονόμασε τα τρία παγκόσμια αινίγματα. Σε μία ιστορική ομιλία του στην Γερμανική Ακαδημία των Επιστημών το 1880 αναφέρθηκε σε επτά αινίγματα από τα οποία τα τρία χαρακτήρισε άλυτα. Ήταν η απώτερη φύση της ύλης και της ενέργειας, η πηγή της κίνησης και η φύση των απλών αισθητηριακών φαινομένων (το πρόβλημα της συνειδητότητας).

Ο μεγάλος μαθηματικός David Hilbert το 1900 και εντονότερα το 1930, αντιτάχθηκε σε αυτή τη ρήση λέγοντας: «Δεν πρέπει να αποδεχθούμε το ignorabimus. Για μας δεν υπάρχει ignorabimus στις φυσικές επιστήμες. Σε αντίθεση με το ανόητο ignorabimus, το σύνθημά μας πρέπει να είναι: Πρέπει να μάθουμε και θα μάθουμε! (Wirmüssen wissen, wir werden wissen!)».

Ένα χρόνο μετά, ο Goedel, με τα δύο θεωρήματα της μη πληρότητας, ανέτρεψε την αισιοδοξία του Hilbert.
Γι αυτό εμένα θα μου επιτρέψετε να μην πάρω θέση στο θέμα…
______________________________________________

(Ομιλία που έγινε σε συνέδριο του Ωνάσειου, σήμερα).